Tζορτζ MάϊκλTζορτζ Mάϊκλ
Συνέντευξη στον Jon Wilde

Tο πρωινό της 9ης Απριλίου του 1998, μια μέρα μετά τη σύλληψή του για «ασέλγεια» σε μια τουαλέτα του Mπέβερλι Xιλς, ο Tζορτζ Mάικλ αισθάνεται μια παράξενη, γαλήνια, σχεδόν αδιάφορη ηρεμία. Οι εφημερίδες σε όλο τον κόσμο κατακλύζονται από σενάρια για την ντροπή, τον εξευτελισμό, την ταπείνωση, τη μοναξιά και την απόγνωση. Είναι γεμάτες εικασίες πως αυτό το σκανδαλώδες επεισόδιο θα σήμαινε την αρχή ενός τραγικού τέλους στην καριέρα του πιο επιτυχημένου καλλιτέχνη της Βρετανίας, μετά τον Ελτον Tζον. Εκείνο το πρωινό, ο Tζορτζ Mάικλ ξύπνησε συνειδητοποιώντας, προς μεγάλη του έκπληξη, πως δεν αισθανόταν καμιά ντροπή, καμιά απόγνωση, τίποτε απ’ όλα αυτά. Επεισε τον εαυτό του πως το γεγονός ότι τον έπιασαν να αυνανίζεται μπροστά σε έναν αστυνομικό δεν θα ήταν αυτό για το οποίο θα τον θυμούνταν. Οσο για το «υποτιθέμενο» άδοξο και τραγικό τέλος της καριέρας του, το περιστατικό αυτό δεν ήταν παρά μία ακόμη έμπνευση για να συνθέσει μια σειρά νέων τραγουδιών (όπως το «Miracle», το ερωτικό τραγούδι που αφιερώνει στον αστυνομικό που τον συνέλαβε). Αυτά τα τραγούδια γράφτηκαν πιο γρήγορα και εύκολα από ποτέ. Tο σκάνδαλο κατάφερε να αναζωπυρώσει μια φλόγα δημιουργίας.

     «Πάντα πίστευα πως η μοίρα μου ήταν να κάνω τον κόσμο να χορεύει, να κάνω τον κόσμο να κλαίει», λέει. «Δεν φανταζόμουν, όμως, ότι θα τον έκανα και να γελάσει. Ξέρω πως, όταν με συνέλαβαν, πολλοί ήταν αυτοί που ξέσπασαν σε γέλια. Δεν τους κατηγορώ. Eίναι δύσκολο να αποφύγεις το χιούμορ σε μια τέτοια κατάσταση. Εχεις δύο αστυνομικούς ντυμένους με πολιτικά και ένα διάσημο καλλιτέχνη της ποπ μουσικής που έχει πιει και κάτι παραπάνω… Eίναι τελείως παράλογο. Ακούγεται σαν αρχή από ανέκδοτο. Το καλό, όμως, αυτής της ιστορίας ήταν ότι μου αναγνώρισαν και μένα το “δικαίωμα” να γελάω με τον εαυτό μου, κάτι για το οποίο ο κόσμος πίστευε πως δεν ήμουν ικανός».

     Κάθεται αναπαυτικά σε μια καρέκλα, με τα πόδια ψηλά, σε ένα στούντιο ηχογράφησης κάπου στο Δυτικό Λονδίνο. Χαϊδεύει το αξύριστο πιγούνι του και ανάβει το πρώτο από τα αμέτρητα τσιγάρα που θα καπνίσει. Δείχνει ήρεμος, στοχαστικός, συγκρατημένα εύθυμος. «Ρώτησέ με ό,τι θες». Ο τόνος της φωνής του δεν φανερώνει ίχνος ενοχής ή μεταμέλειας, συναισθήματα που θα περίμενε κανείς από κάποιον διάσημο που πρόσφατα βρέθηκε μπλεγμένος στον χειρότερο τυφώνα των media.

     Ύστερα, σαν το χειρότερο κακό να ξέσπασε ξαφνικά, το πρόσωπό του σκοτεινιάζει. «Βέβαια», θα πει, «δεν ήταν τόσο αστείο όταν έγινε. Η πρώτη, μάλιστα, μέρα ήταν πολύ άσχημη. Οχι τόσο με την προσοχή του Τύπου. Αυτό μπορούσα να το αντιμετωπίσω. Οι τίτλοι στις εφημερίδες ήταν για γέλια: “We are so in Lav” και “Zip me up before you Go-Go”. Αυτό που με δυσκολία μπορούσα να αντιμετωπίσω ήταν η παραδοχή πως κάτι τέτοιο συνέβη σε μένα, πως έσπρωξα τον εαυτό μου σε μια πολύ ριψοκίνδυνη κατάσταση και με έπιασαν γι’ αυτό. Γιατί κάτι τέτοιο δεν το είχα προβλέψει. Μπήκα στις τουαλέτες. Με ακολούθησαν. Ολα είχαν τελειώσει σε ένα λεπτό. Βασικά, ήμουν τόσο ηλίθιος και δεν μπορούσα να αρνηθώ μια πρόταση για «τζάμπα γεύμα». Ο κόσμος μού λέει, έλα τώρα, έπρεπε να το καταλάβεις πως ήταν μπάτσος. Πώς να το καταλάβαινα; Στέκεται ένας άντρας μπροστά μου, πανύψηλος, γοητευτικός, να μου κουνάει επιδέξια το πουλί του και να με κοιτάζει μες στα μάτια. Σε μια τέτοια στιγμή, δεν σκέφτεσαι, να ο Kαρλ Mάλντεν! Δεν μπορείς να διακρίνεις έναν μπάτσο, ειδικά στο πρόσωπο ενός άντρα που φοράει σορτσάκι και σου ρίχνεται σε μια τουαλέτα στο Mπέβερλι Xιλς. Είναι το τελευταίο που περιμένεις. Δεν πίστευα πως οι φορολογούμενοι πολίτες πληρώνουν ανθρώπους να κυκλοφορούν έξω ως επαγγελματίες μαλάκες. Εμεινα άφωνος όταν αποκαλύφθηκε η “ταυτότητά” του. Στέκεται, όμως, εκεί και παίζει μαζί μου, “θα σου δείξω το δικό μου, να μου δείξεις το δικό σου και ύστερα θα σε χώσω στη στενή, γαμώτο!” Μακάρι να το ήξερα. Ετσι σκέφτηκα: “Δε γαμιέται! Ας το κάνουμε!” Δεν μπορώ να πω πως δεν το γούσταρα. Το λέω».

Tζορτζ Mάϊκλ Oπως μου εξηγεί, δεν έλειπε και κάποιος σουρεαλισμός στο επεισόδιο αυτό. «Συνειδητοποιείς πως, όταν κάνεις κάτι στο Λος Αντζελες που αξίζει να μαθευτεί, αυτό σου εξασφαλίζει το καλύτερο τραπέζι στο καλύτερο εστιατόριο. Ηθελα να βγω έξω για φαγητό, έτσι πήγα στο “Spargo”. Μου έδωσαν το καλύτερο τραπέζι. Ο διευθυντής με πλησίασε και μου έδωσε το χέρι του. Εχω ξαναπάει σε αυτό το εστιατόριο αρκετές φορές στο παρελθόν και ποτέ δεν μου είχε δώσει σημασία. Αργότερα, καθώς έτρωγα, εμφανίζεται ο Tόνι Kέρτις. Τον είχα συναντήσει και παλιότερα μερικές φορές, αλλά εκείνος έδειχνε να μην ξέρει ούτε καν το όνομά μου. Αυτή τη φορά, όμως, περπατά προς το μέρος μου, απλώνει το χέρι του και μου λέει: “Γεια! Είμαι ο Tόνι Kέρτις! Χαίρομαι που σας γνωρίζω!” Ξαφνικά ήξερε ποιος είμαι και ήρθε περιχαρής να μου μιλήσει. Ο Tόνι Kέρτις! Ο αστέρας του κινηματογράφου. Απίστευτο! Το ίδιο εξωπραγματικές ήταν και οι τέσσερις ώρες που πέρασα μέσα σε ένα κελί, το οποίο ήταν εντελώς άδειο, εκτός από εκείνο το τεράστιο πράγμα που έμοιαζε με τραπέζι νεκροτομείου. Μου έδωσαν μια κουβέρτα και ένα τεύχος του “National Enquirer”. Δεν είχα απολύτως τίποτα να κάνω εκεί μέσα, έτσι κάθισα πάνω σε κείνο το καταραμένο τραπέζι και διάβασα το περιοδικό. Καθώς το ξεφύλλιζα, άρχισα να σκέφτομαι: “Χριστέ μου! Την επόμενη εβδομάδα θα με έχουν σε όλες του τις σελίδες. Θα γίνω πρωτοσέλιδο”».

     Ισως το πιο εκπληκτικό και περίεργο στοιχείο του επεισοδίου της τουαλέτας ήταν πως έδινε ένα πολύ σπάνιο παράδειγμα του Tζορτζ Mάικλ να χάνει τον έλεγχο. Θα μπορούσε να πει κανείς πως ολόκληρη η καριέρα του βασίζεται σε μια αδιάκοπη προσπάθεια να διατηρεί τον έλεγχο σε κάθε του κίνηση, από τα πρώτα κιόλας βήματα, από την εποχή των Wham, όπου επιθεωρούσε ό,τι είχε σχέση με το συγκρότημα και την πορεία του: από τους στίχους και τη μουσική, μέχρι την παραγωγή των δίσκων, την παραγωγή και σκηνοθεσία των βιντεοκλίπ, τα εξώφυλλα των δίσκων, ακόμη και την προώθηση του συγκροτήματος. «Μόλις ανακάλυψα τι ακριβώς ήθελα να κάνω μετά τους Wham», λέει, «ήξερα τι χρειαζόμουν για να φτάσω ώς εκεί».

     Από την εφηβική του κιόλας ηλικία, μεταμόρφωσε τον εαυτό του από το παχουλό, ντροπαλό παιδάκι με τα γυαλιά, σε ένα νέο με αυτοπεποίθηση, θράσος και δύναμη, έτοιμο να κατακτήσει το στερέωμα της ποπ και απόλυτα σίγουρο πως θα το πετύχει.

     «Δημιούργησα έναν άντρα για να τον λατρέψει ο κόσμος», είχε πει κάποτε, «κάποιον που θα πίστευε στο όνειρό μου και θα με ανέβαζε στην κορυφή. Τον ονόμασα Tζορτζ Mάικλ και για μερικά χρόνια δούλεψε για μένα. Ύστερα αποφάσισα πως έπρεπε να φύγει. Είχε εκπληρώσει το χρέος του».

     Το 1987, ανακάλυψε από την αρχή τον εαυτό του. Με το άλμπουμ «Faith», εκείνη τη χρονιά, άλλαξε ριζικά την εικόνα του σε ένα μελαγχολικό, ερωτικό τραγουδιστή, με κοντοκουρεμένα μαλλιά, αξύριστο πρόσωπο και δερμάτινα μπουφάν. «Στην πραγματικότητα, ήταν κάποιο άλλο πρόσωπο», εξομολογείται. «Μια εικόνα να ταιριάζει με τη μουσική. Δεν ήμουν εγώ. Ηταν, όμως, αυτό που χρειαζόμουν εκεί έξω. Ισως για να προστατεύσω τον εαυτό μου».

     Με το «Faith», απευθυνόταν σε ένα διαφορετικό, μεγαλύτερο σε ηλικία κοινό. «Μόλις νιώσεις ενήλικας», εξηγεί, «δεν σου είναι πια τόσο ευχάριστο να σε λατρεύουν εκατομμύρια παρθένες». Επίσης, είχε και πολύ υψηλούς στόχους: «Ηθελα να φτάσω εκεί που βρίσκονταν ο Prince, η Madonna, ο Michael Jackson. Φαντάστηκα όμως πως θα χρειαζόμουν μερικά άλμπουμ ακόμα».

     Αυτό, όμως, συνέβη πιο γρήγορα απ’ ό,τι ο ίδιος φανταζόταν. Το «Faith», το οποίο τώρα περιγράφει ως «όχι και τόσο καλό άλμπουμ», πούλησε 15 εκατομμύρια κομμάτια. Ξεπέρασε σε πωλήσεις το «Bad» του Michael Jackson, απέσπασε Grammy καλύτερου δίσκου και περισσότερες από πέντε φορές αναδείχτηκε πρώτο single στην Aμερική. Ο Tζορτζ εξελίχθηκε από αστέρι της ποπ σε διεθνή σούπερ σταρ.

     Φτάνοντας σ’ αυτό το σημείο, συνειδητοποίησε πως δεν ήταν αυτό που επιθυμούσε τελικά. «Ξόδεψα αρκετή ενέργεια και χρόνο κυνηγώντας τη δημοσιότητα και τα φώτα», θα πει. «Αυτά χρειαζόμουν, και για λίγο καιρό τα απολάμβανα. Ύστερα, φτάνοντας 25-26 χρονών, συνειδητοποίησα πως δεν ήταν για μένα σημαντικά, δεν άξιζαν». Ηταν σαν να φανταζόταν πως θα άγγιζε εκείνη τη δόξα που θα τον έκανε άτρωτο, άπιαστο, άφθαρτο. Σαν να μπορούσε να κάνει τα πάντα, ξεχνώντας όμως πως οι συμφωνίες με τη δόξα θυμίζουν κάτι από «Φάουστ», πάντα υπάρχει ένα τίμημα, συνήθως ακριβό.

     Οπως λέει και η παροιμία, η δόξα πηγαίνει σ’ αυτούς που δεν την περιμένουν. Τα πράγματα, όμως, είναι διαφορετικά για τον Tζορτζ Mάικλ. Πάντα ονειρευόταν να δει το όνομά του γραμμένο με μεγάλα γράμματα στα πρωτοσέλιδα. Από την ηλικία των 7 ετών, «έψαχνε απεγνωσμένα τη δημοσιότητα». Για τα επόμενα δέκα χρόνια, δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Αργότερα, όταν αναλογίστηκε τις πιθανότητες, κυνήγησε τη δόξα με αποφασιστικότητα και τρομερή εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Aλλά με πολύ σκληρό τρόπο συνειδητοποίησε πως, αφού την αποκτήσεις, η δόξα αφήνει για πάντα τα σημάδια της, δεν είναι κάτι από το οποίο σε κάποια δεδομένη στιγμή μπορείς να αποδεσμευτείς. Mπορεί να σε «γαμήσει» όπως τίποτε άλλο στη Γη. Εχει ακόμα και τη δική της μισή ζωή, που συνεχίζει να σε «γαμάει» ακόμη και όταν αποφασίζεις πως δεν τη χρειάζεσαι πια. Και ίσως ο μοναδικός τρόπος να απελευθερώσεις τον εαυτό σου απ’ τα δεσμά της είναι να γίνεις ένας Xέντριξ και να πνιγείς στον ίδιο σου τον εμετό ή ένας Kομπέιν και να τινάξεις τα μυαλά σου στον αέρα.

     Το 1990 και καθώς ετοιμαζόταν να βγει στην κυκλοφορία το δεύτερο σόλο άλμπουμ του, το «Listen Without Prejudice Vol.I», εξέφρασε την ανάγκη να «απομακρυνθεί από τον Tζορτζ Mάικλ», την ανάγκη να «υποχωρήσει από τις marketing απαιτήσεις του Tζορτζ Mάικλ». Θα μιλήσει για τον εαυτό του στο τρίτο πρόσωπο, σαν να σκεφτόταν πως ο Tζορτζ Mάικλ, το μεγάλο αστέρι της ποπ, θα μπορούσε να αποτελεί μια εντελώς ξεχωριστή οντότητα από τον Tζορτζ τον άνθρωπο. Ξεχνώντας τη φύση της μισής ζωής της δόξας, ανακοίνωσε πως δεν ήθελε να δώσει άλλες συνεντεύξεις, δεν θα έκανε άλλα βιντεοκλίπ και θα σταματούσε τις τουρνέ. Σαν να πίστευε πως, με μια ανεπαίσθητη κίνηση των δαχτύλων του, η δόξα θα εξανεμιζόταν και θα επέτρεπε στη μουσική του να μιλήσει από μόνη της. Οπως ο Γουόρχολ, που επέμενε πως θα τον γνωρίσουν και θα τον καταλάβουν από τις ζωγραφιστές επιφάνειες των έργων του, ο Tζορτζ επιθυμούσε να τον γνωρίζουν μόνο από τη μορφή και τις φράσεις που έντυναν τα τραγούδια του.

     Κατανάλωσε το καλύτερο μέρος μιας δεκαετίας της ζωής του κυνηγώντας τα φώτα της δημοσιότητας. Εγινε διάσημος. Κυριολεκτικά, έγινε το μεγαλύτερο ίνδαλμα της ποπ. Ισως χωρίς να συνειδητοποιήσει πως ταυτόχρονα είχε γίνει και ένα φθηνό εμπόρευμα της ποπ. Επρεπε να μάθει πως η δόξα δεν είναι κάτι που μπορείς να χειριστείς εύκολα.

     Με το «Listen Without Prejudice» έδειξε πως προσπαθούσε να αποδείξει κάτι διαφορετικό για τον εαυτό του, πως πάνω απ’ όλα ήταν ένας ώριμος τραγουδοποιός. Και αυτό σε μια εποχή που η Madonna έλεγε πως δεν θα ικανοποιούνταν με μια φήμη λιγότερη από εκείνη του ίδιου του Θεού. Ο Tζορτζ προσπαθούσε να ξανακερδίσει μέρος του ελέγχου που είχε χάσει. Αντιθέτως (τουλάχιστον στα μάτια της δισκογραφικής του εταιρείας), το εικονικό πρόσωπό του ήταν εμφανές από την απουσία του στο εξώφυλλο του δίσκου. Στη θέση του πρόβαλε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία που έδειχνε ένα μεγάλο πλήθος από Αμερικανούς συγκεντρωμένους στο Kόνι Αιλαντ –ένα απροσδιόριστα ευτυχισμένο πλήθος στο οποίο ο Tζορτζ δεν έβλεπε την ώρα να βυθιστεί. Το εξώφυλλο απέπνεε την ίδια περίπου διάθεση ανωνυμίας μ’ εκείνη του δίσκου των Pink Floyd «Dark Side of the Moon».

     Παρ’ όλο που το «Listen Without Prejudice» πούλησε περισσότερα κομμάτια από το «Faith» στη Βρετανία, δεν σημείωσε την ίδια επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες. «Αυτό δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα», λέει.

     Ο Tζορτζ ήξερε καλά πού βρισκόταν και πού θα πήγαινε. Δεν είχε απαγκιστρωθεί εντελώς από τις παγίδες της δόξας. Είχε, όμως, τουλάχιστον ξεκινήσει μια διαδικασία, όπως χαρακτηριστικά περιγράφει ο ίδιος, «διχοτόμησης μεταξύ του Tζορτζ Mάικλ και της μουσικής του». Είχε αρχίσει να γράφει μουσική που ικανοποιούσε την προσωπική του ανάγκη για έκφραση. Πλησίαζε τον στόχο του, ή έστω είχε στρέψει το βλέμμα του στη σωστή κατεύθυνση. Είχε κερδίσει κάποιο χαμένο έδαφος. «Θέλω να είμαι ευτυχισμένος και από τη ζωή μου και από τη δουλειά μου», είχε πει κάποτε. «Για να γίνει αυτό, πρέπει να πιστέψω πως τα πράγματα θα πηγαίνουν καλά για μένα».

     Στα τέλη της δεκαετίας του ’90, οι εικασίες για τις σεξουαλικές προτιμήσεις του Tζορτζ παρουσίαζαν μεγάλη ποικιλία. Οταν του ζητήθηκε να σχολιάσει το γεγονός, απάντησε με μια αόριστη επιθετικότητα. «Δεν πιστεύω πως ο κόσμος έχει το δικαίωμα να ξέρει αν εγώ είμαι σαδομαζοχιστικό φρικιό, γκέι, ετερόφυλος, εντελώς στρέιτ, παντρεμένος ή άγαμος», εξηγεί.

     Την εποχή των Wham, δεν υπήρχε τίποτα να υποδεικνύει πως ήταν κάτι λιγότερο από έναν αθεράπευτο γυναικά, παρόλο που ήταν ίσως ελάχιστα πιο διακριτικός όσον αφορούσε το κυνήγι της γυναικείας συντροφιάς, σε σχέση με το έτερον ήμισυ του συγκροτήματος, τον Αντριου Pίτζλι.

      «Τα media δημιούργησαν αυτόν τον διαχωρισμό άσπρου-μαύρου στους Wham», ισχυρίζεται ο Tζορτζ. «Οταν ο Αντριου διασκέδαζε ξέφρενα τη ζωή του ως μεγάλος playboy, εγώ ήμουν κλεισμένος σε ένα στούντιο και δούλευα τα κομμάτια μας. Ο Τύπος ήθελε τον Αντριου να είναι ο αιώνια μεθυσμένος και ξενυχτισμένος, ενώ εγώ ο μοναχικός, σοβαρός και δημιουργικός. Κάποτε παραλίγο να κατηγορηθώ για φόνο, επειδή ο Αντριου είχε βγει έξω, είχε μεθύσει και είχε προκαλέσει φασαρίες και καβγάδες. Δούλευα σκληρά, αλλά και εγώ είχα τις στιγμές της καλοπέρασης. Κάποιες απ’ αυτές ήταν με γυναίκες και κάποιες με άντρες. Εκείνη την περίοδο, είχα πολλές εμπειρίες παράφορου σεξ. Είχα γίνει τύφλα στο μεθύσι και είχα παρασύρει τον εαυτό μου ακόμα και σε ερωτικό τρίγωνο, με έναν άντρα και μια γυναίκα. Μπορεί ακόμα να έκανα σεξ σε ένα γκαράζ, με ένα κορίτσι που μόλις είχα γνωρίσει. Αυτό συνεχίστηκε για λίγο καιρό. Ύστερα συνειδητοποίησα πως με έκανε πολύ δυστυχισμένο. Επρεπε να αλλάξω».




Copyright © 1996-99 MEN Magazine Special Publications Aris Terzopoulos S.A. All rights reserved.