Σε λίγες μέρες αρχίζει το συνέδριο της ΝΔ. Κάποτε τα κομματικά συνέδρια δεν μ' ενδιέφεραν. Όχι πια. Ίσως γιατί τον τελευταίο χρόνο απέκτησαν σασπένς.
Για πρώτη φορά η κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται ότι κάτι «παίζεται» σ' αυτά. Όχι μόνο στα πρόσωπα, αλλά και στις διαφορετικές οπτικές διαχείρισης, γιατί για διαφορετικές ιδεολογικές πολιτικές έχουμε πάψει από καιρό να μιλάμε.
Tο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, το προηγούμενο καλοκαίρι, έκανε ρεκόρ τηλεθέασης. Θα συμβεί το ίδιο σε λίγες μέρες; Η ίδια η ΝΔ δεν φαίνεται να το επιδιώκει. Ο νέος αρχηγός θα εκλεγεί την πρώτη ημέρα και μετά θα αναπτυχθούν οι απόψεις βάσει των οποίων ψηφίζει ένα συνέδριο!
Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν θέλει να αντιμετωπίσει το πρόβλημά της, και αυτό είναι ένα ακόμα σημείο χρονικής υστέρησης της ΝΔ έναντι του ΠΑΣΟΚ. Η ΝΔ δυσκολεύεται να «παίξει», ίσως γιατί για μια 15ετία το παιχνίδι παίζεται σε άλλο γήπεδο, το γήπεδο του ΠΑΣΟΚ. Κατά ένα τρόπο, όχι ανεξήγητο, μέχρι τώρα στο κυβερνητικό κόμμα είναι που αναπτύσσονται όλες οι αντιθέσεις διαφορετικών επιλογών, εκεί εμφανίζονται τα ρεύματα που συγκρούονται και, το κυριότερο, έστω και με καθυστέρηση, επικρατούν τα πιο σύγχρονα.
Τι μένει τότε για τη ΝΔ; Η νοσταλγία. Ένα συμβολικό όνομα. Ένας Καραμανλής. Σε μια εποχή επιλογών, πολλές φορές αναγκαστικών, η ΝΔ αρνείται να κάνει τις δικές της. Συζητάει για τα πρόσωπα της νίκης, παλιά για το πρόσωπο που θα αντιμετωπίσει τον Ανδρέα, σήμερα για το πρόσωπο που θα αντιμετωπίσει τον Σημίτη. Εν τω μεταξύ, είναι απούσα από τον οποιοδήποτε προβληματισμό πολιτικής. Μου είναι αδύνατο να περιγράψω με δυο λέξεις τις πολιτικές θέσεις του Κ. Καραμανλή. Και η δικιά μου άγνοια πρέπει να είναι γενικό φαινόμενο. Στις αναρίθμητες τηλεοπτικές συνδέσεις με τα κομματικά γραφεία, μια μόνιμη επωδός επαναλαμβάνεται από τα νεοδημοκρατικά στελέχη: μ' αυτόν κερδίζουμε τις εκλογές, μ' εκείνον χάνουμε. Ο τρέχων πολιτικός προβληματισμός είναι επιπέδου Ζάετς. Γιατί συμβαίνει αυτό; Πολλοί έχουν τονίσει τον ρόλο του Ανδρέα Παπανδρέου που σημάδεψε την ιστορία των δύο τελευταίων δεκαετιών. Νομίζω ότι περισσότερο απ' αυτό, η ΝΔ πληρώνει, ακόμα σήμερα, τα χρόνια της μεταπολίτευσης του '74.
Παρά τα φαινόμενα, παρά τη σφραγίδα του Κωνσταντίνου Καραμανλή σ' εκείνα τα χρόνια, στην πραγματικότητα, στην προ εικοσαετίας Ελλάδα, κυριάρχησε ολοκληρωτικά η αριστερή κουλτούρα. Στα πανεπιστήμια δεν υπήρχε καλά καλά «δεξιός» εκπρόσωπος, στον πολιτισμό η αριστερή κυριαρχία υπήρξε απόλυτη. Έπρεπε να περάσουν τουλάχιστον 10 χρόνια για να εμφανιστεί σε μαζικούς χώρους «κανονικός» άνθρωπος που να υποστηρίζει Νέα Δημοκρατία. Έτσι το ενεργό κομμάτι του ελληνικού πληθυσμού, τα τότε νιάτα, οι τριαντάρηδες αργότερα και σαραντάρηδες σήμερα, ήταν αλλού. Το ΠΑΣΟΚ, εκτός του Ανδρέα, ήταν και ένα ολόκληρο κόμμα που «μεγάλωνε» μαζί με τον ελληνικό λαό και την εποχή του, με όλα τα καλά και στραβά που αυτό συνεπάγεται. Τον ίδιο καιρό, η ΝΔ, πληρώνοντας στην πραγματικότητα τη δικτατορία και τις δεκαετίες μονοκομματικού κράτους, έμπαινε σε μια περίεργη περίοδο εσωστρέφειας. Χωρίς νεαρά στελέχη, μακριά από τους σύγχρονους προβληματισμούς, έλυνε προσωπικές αντιθέσεις προηγούμενης περιόδου. Ράλλης, Αβέρωφ, Μητσοτάκης.
Εν τω μεταξύ, στο ΠΑΣΟΚ παιζόταν όλο το παιχνίδι. Η μισή, αποκλεισμένη από την εξουσία προδικτατορικά, Ελλάδα, αποκτούσε πολιτική ισοτιμία, που επισφράγισε την ήδη υπαρκτή οικονομική συμμετοχή. Το έκανε, βέβαια, μέσω της κρατικίστικης κυρίαρχης «αριστερής» λογικής, η οποία μεταφρασμένη στην πράξη, ιδίως στα χρόνια του '80, έγινε το κυρίαρχο σλόγκαν «να φάμε κι εμείς όχι μόνο οι ίδιοι». Ή αλλιώς, πιο κομψά, αναδιανομή μέσω κράτους. Επακόλουθο ενός θετικού, τα αρνητικά, η καταφυγή στον κρατικό προϋπολογισμό, τα χρέη ή, όπως θα 'λεγε ο Αλέκος Παπαδόπουλος, ένας «μικροαστικός χυλός που δεν διαπαιδαγωγήθηκε πολιτικά, με αποτέλεσμα να κυριαρχήσουν πολιτικές βολέματος». Το μοντέλο είχε τελειώσει πολύ πριν από τον φυσικό θάνατο του Α. Παπανδρέου, όμως οι μόνοι που μπορούσαν να αναζητήσουν το επόμενο, όπως φάνηκε, υπήρχαν μόνο στο ΠΑΣΟΚ. Τροφοδοτημένο το κόμμα αυτό με το πιο ενεργό κομμάτι της μεταπολίτευσης, είχε τη δύναμη της παραγωγής μιας επόμενης πολιτικής, είχε την πολυτέλεια των συγκρούσεων, της αναζήτησης. Είχε τους ανθρώπους να την εκφράσουν. Συμπλήρωσε το πολιτικό φάσμα μόνο του. Από τον Κ. Σημίτη ώς τον Δ. Τσοβόλα, με όλες τις ενδιάμεσες παραλλαγές.
Η ΝΔ ψάχνει τώρα αυτό το πολιτικό προσωπικό που θα τοποθετηθεί στα υπάρχοντα πολιτικά ρεύματα και θα τα εκπροσωπήσει. Και δεν το βρίσκει. Δεν είναι τυχαίο που το 1997 ο Πλεύρης συμβουλεύει τον Kαρατζαφέρη και ο Γεωργαλάς γράφει τους λόγους του Kαμμένου. Όπως δεν είναι τυχαίο που οι απ' έξω ενισχύσεις της (Προκόπης Παυλόπουλος) μοιάζουν να έχουν μια πολιτική κουλτούρα εντελώς διαφορετική από την κομματική. Η αξιωματική αντιπολίτευση δεν πάσχει από αρχηγό, πάσχει από πολιτικό δυναμικό και πάσχει από επιλογή ρεύματος. Αυτές οι επιλογές και αντίστοιχα τα πρόσωπα που τις εκφράζουν, στο ΠΑΣΟΚ είναι ήδη τόσο διακριτές, που κάποιοι μιλούν για 2-3 κόμματα σε συσκευασία ενός. Σ' αυτή τη διαδικασία πολύ αργά μπαίνει και η ΝΔ. Μέχρι τώρα, ο Κωστάκης Καραμανλής διάλεξε ...όνομα. Ο Σουφλιάς την υποστήριξη του ρεύματος (Μητσοτάκης - Μάνος) στο οποίο δεν ανήκει! Και μόνο ο Μ. Έβερτ ξεκάθαρα διάλεξε ρεύμα. Αυτό βέβαια που «χάνει». Αυτό του Τσοβόλα και του «πατριωτικού» ΠΑΣΟΚ. Η ΝΔ μάλλον έχει ανάγκη ταχύρυθμης ενηλικίωσης.
|