Kι υπό το πρίσμα αυτό, την ύπαρξη και την παρουσία του στη δημόσια ζωή του τόπου δεν θα τη γνωρίζαμε ποτέ. Κι όμως ο Γιάννης Κωστόπουλος είναι κατ’ εξοχήν δημόσιο πρόσωπο. Περισσότερο από τους πιο πολλούς από αυτούς που καθημερινά μας ταλαιπωρούν με τις δημόσιες εμφανίσεις τους. Γιατί, όσο άγνωστος κι αν είναι στο ευρύ κοινό, είναι πάρα πολύ γνωστός στους οικονομικούς επιχειρηματικούς και τραπεζικούς κύκλους της χώρας. Δεν είναι μάλιστα λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι σήμερα είναι ο σημαντικότερος οικονομικός παράγοντας της χώρας. Πολύ πιο ισχυρός από τον υπουργό Εθνικής Οικονομίας και τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας μαζί. Ο άνθρωπος που θα μπορούσε να καθορίσει την πορεία του τραπεζικού συστήματος στη χώρα μας στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, αν δεν υπήρχε κι ο Σπύρος Λάτσης.
Για πολλούς η αναμενόμενη σύγκρουση και αντιπαράθεση των δύο ανδρών, του Κωστόπουλου και του Λάτση, μπορεί να αποτελέσει την ισχυρότερη αντίθεση με επιπτώσεις στην κοινωνία και την οικονομία στην επόμενη δεκαετία. Με σφοδρότητα ενδεχομένως μεγαλύτερη ακόμα κι από την αντιπαράθεση της οικογένειας Βαρδινογιάννη με τον Σωκρ. Κόκκαλη, που σφράγισε τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια.
Για ορισμένους που δεν γνωρίζουν τα πράγματα καλά, ο κ. Κωστόπουλος, φαινομενικά τουλάχιστον, δεν μπορεί να εμφανίζεται τόσο ισχυρός όσο ένας Λάτσης, γιος και διάδοχος του μεγιστάνα Γιάννη Λάτση, με μεγάλη τραπεζική εμπειρία και τεράστια περιουσία πίσω του. Μάλιστα οι ίδιοι θεωρούν ότι η ανάμειξη του Σπύρου Λάτση στα ελληνικά τραπεζικά πράγματα με τη συγχώνευση της Eurobank με την Interbank, που πρόσφατα ανακοινώθηκε, θα αποβεί καταλυτική για τις εξελίξεις στον τραπεζικό χώρο και θα έχει άμεσες και σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία και την πολιτική. Αφού ο κολοσσός Λάτση απειλεί να σαρώσει στο διάβα του τα πάντα.
Ο κ. Κωστόπουλος, πράγματι, δεν είναι τόσο πλούσιος όσο η οικογένεια Λάτση. Άλλωστε κατέχει μόλις το 4% των μετοχών της Tράπεζας Πίστεως. Το γεγονός, όμως, ότι με τόσο μικρό ποσοστό κατορθώνει να διοικεί αυτή την τράπεζα επί μία εικοσαετία και μέσα σε αυτά τα χρόνια την έχει καταστήσει τη μεγαλύτερη ιδιωτική τράπεζα στην Ελλάδα, με τζίρο που συναγωνίζεται πλέον και ορισμένες κρατικές με πολυετή παράδοση στον τραπεζικό χώρο, καταδεικνύει πως ο τραπεζίτης αυτός, που μόνον άσχετος δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, έχει κατανοήσει το νόημα των καιρών. Κι είναι αποφασισμένος να «πουλήσει ακριβά το τομάρι του» στην οικογένεια Λάτση. Αλλιώς δεν θα προέβλεπε τον κίνδυνο από την εισβολή της στον ελληνικό τραπεζικό χώρο και δεν θα επεδίωκε να αναγεννήσει την Πίστεως, προωθώντας τη συγχώνευσή της είτε με την Τράπεζα Εργασίας είτε με την Ιονική Τράπεζα.
Ο κ. Κωστόπουλος προέρχεται από μια εμπορική οικογένεια που απέκτησε οικονομική ισχύ στις αρχές του αιώνα μας χάρη στο εμπόριο υφασμάτων. Ο παππούς του Ιωάννης Φ. Κωστόπουλος, που καταγόταν από την Σπερχογεία Μεσσηνίας, κατόρθωσε χάρη στο εμπόριο υφασμάτων να αποκτήσει την οικονομική επιφάνεια που του επέτρεψε γύρω στο 1910 να ιδρύσει μια από τις πρώτες ιδιωτικές τράπεζες στην Ελλάδα, η οποία έφερε το όνομά του: Τράπεζα Ιωάννης Φ. Κωστόπουλος και Σία. Από την εξέλιξη αυτής της μικρής τράπεζας στην οδό Σταδίου, προέκυψε πάνω από 80 χρόνια μετά ένας κολοσσός που ονομάζεται Alpha Τράπεζα Πίστεως, η οποία έχει ίδια κεφάλαια 103 δισ. δρχ. και απασχολεί 4.000 υπαλλήλους διασκορπισμένους σε 171 καταστήματα, ενώ ελέγχει 19 θυγατρικές εταιρείες μεταξύ των οποίων και δύο τράπεζες στο Λονδίνο και το Βουκουρέστι. Βέβαια, αντίθετα από τις τράπεζες του Ομίλου Λάτση, η Πίστεως έχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Τη μεγάλη διασπορά του μετοχικού της κεφαλαίου, καθώς διαθέτει 25.000 μετόχους, από τους οποίους ελάχιστοι έχουν περισσότερες από 1.000 ο καθένας σε σύνολο 20 εκατ. μετοχών. Ένα επιπλέον 20% του μετοχικού κεφαλαίου βρίσκεται στα χέρια θεσμικών επενδυτών. Ενώ ο ίδιος ο κ. Κωστόπουλος, παρά το γεγονός ότι διοικεί την τράπεζα από το 1973, δεν διαθέτει περισσότερο από το 4% των μετοχών της τράπεζας που ιδρύθηκε το 1924 από τη συγχώνευση της μικρής τράπεζας του παππού του με την περίφημη τότε Τράπεζα Καλαμών.
Η χρονιά που ανέλαβε τη διοίκησή της ο κ. Κωστόπουλος, το 1973, ήταν η χρονιά της πρώτης μεγάλης πετρελαϊκής κρίσης. Και παρά το γεγονός ότι τότε ήταν μόλις 35 ετών, κατόρθωσε να θέσει σε εφαρμογή ένα μεγάλο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης της τράπεζας, που σήμερα την κατατάσσει στη δεύτερη θέση από πλευράς εργασιών και κερδών στο τραπεζικό σύστημα, που ξεπερνά το 10% και παρουσιάζει συνεχώς ανοδικές τάσεις. Χάρη στη σκουριασμένη λογική που επικράτησε στις κρατικές τράπεζες, την αχαρακτήριστη κρατικοποίηση των τραπεζών Εμπορική και Ιονική από τον τότε πρωθυπουργό Κ. Καραμανλή, σε μια προφανή προσπάθεια ξεκαθαρίσματος των προσωπικών του λογαριασμών με τον Στρατή Ανδρεάδη, η Τράπεζα Πίστεως, που άλλαξε δύο φορές όνομα, κατόρθωσε επί Κωστόπουλου να γίνει ίσως η σημαντικότερη δύναμη του τραπεζικού μας συστήματος. Ίσως αν ο Ανδρεάδης δεν εκδιωκόταν με τόσο βίαιο τρόπο από τον Καραμανλή από την ηγεσία της Εμπορικής τράπεζας τα πράγματα να ήταν διαφορετικά. Αλλά τότε άδραξε την ευκαιρία ο Κωστόπουλος και δικαιώθηκε. Όπως δικαιώθηκε και στη σύγκρουση που είχε πριν από 9 χρόνια με τους συνδικαλιστές της τράπεζας, που με την ανερμάτιστη τακτική τους και τις συνεχείς απεργίες τους κόντεψαν να οδηγήσουν την τράπεζα στον αφανισμό.
Ήταν η εποχή της μονοκρατορίας των συνδικαλιστών και της παντοδυναμίας της ΟΤΟΕ, που νόμιζε ότι θα μπορούσε να ανεβοκατεβάζει κυβερνήσεις. Ήταν η εποχή που ο περιβόητος αρχισυνδικαλιστής της Τράπεζας Πίστεως, ο πολύς κ. Παραλίκας, νόμισε ότι θα μπορούσε μέσω των απεργιών που οργάνωνε στην τράπεζα να πετύχει την έξωση του Κωστόπουλου, την κρατικοποίησή της και τη δική του επικράτηση στην ΟΤΟΕ, ανοίγοντας τον δρόμο και για την πολιτική του σταδιοδρομία.
Το περιστατικό αυτό μπορεί να έχει ξεχαστεί από πολλούς. Αλλά για εκείνους που στα τέλη της δεκαετίας του ’80 διέβλεπαν ότι το τέλος την μονοκρατορίας των συντεχνιών μαζί με το άνοιγμα της αγοράς και στην Ελλάδα ερχόταν, η αποφασιστική στάση του Κωστόπουλου, που επέφερε συντριπτικό πλήγμα στους συνδικαλιστές, αποτέλεσε μια ιδεολογική τους δικαίωση. Έστω κι αν το «προφίλ» του άτεγκτου τραπεζίτη που περνούσε και περνά ο Κωστόπουλος δεν επέτρεψε ποτέ στον ίδιον να γίνει ευρέως συμπαθής.
Ωστόσο, ο ίδιος ο πρόεδρος της Τράπεζας Πίστεως δεν επιδίωξε ποτέ του να γίνει διάσημος. Προτίμησε τις παρασκηνιακές κινήσεις που του εγγυώνται κύρος και εξουσία, για πολλούς δυσανάλογη με την προσωπική του περιουσία. Σήμερα ουδείς μπορεί να παραγνωρίσει ότι είναι ο άνθρωπος πίσω από το προσκήνιο που επηρεάζει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον την πορεία των επιτοκίων, τις αλλαγές στο τραπεζικό μας σύστημα και κατ’ επέκταση τη νομισματική και οικονομική μας πολιτική. Λέγεται ότι ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας δεν λαμβάνουν και δεν ανακοινώνουν καμία σοβαρή τους απόφαση, αν προηγουμένως δεν συνεννοηθούν με τον κ. Κωστόπουλο. Ποιος άλλωστε ξεχνά ότι ήταν εκείνος που χορηγώντας στεγαστικά δάνεια με 12% επιτόκιο βοήθησε την κυβέρνηση να ξεκινήσει την ουσιαστική μείωση των επιτοκίων πρόπερσι, γρηγορότερα από ό,τι η πορεία του πληθωρισμού δικαιολογούσε.
Για πολλούς ο κ. Κωστόπουλος είναι ο σκοτεινός άνθρωπος των παρασκηνίων, που κινεί τα νήματα και ορίζει τις τύχες μας με τρόπο που δεν γίνεται φανερός, γιατί αποφεύγει το προσκήνιο και τη δημοσιότητα. Για άλλους είναι ένας σκληρά εργαζόμενος άνθρωπος που αποφεύγει από σεμνότητα και ιδιοσυγκρασία τη δημοσιότητα και διακρίνεται για τις ευαισθησίες του, όπως καταδεικνύει και η δημιουργία του ομώνυμου μορφωτικού ιδρύματος. Για μας τους υπόλοιπους, που ούτε τον γνωρίζουμε προσωπικά και ούτε επιδιώκουμε να κερδίσουμε κάτι από εκείνον, η πραγματικότητα και το ψέμα για τον χαρακτήρα του και τη συμπεριφορά του δεν μας πολυενδιαφέρει. Έστω κι αν τον φθονούμε γιατί είναι πλούσιος και ισχυρός. Έστω κι αν τον φοβόμαστε για την εξουσία που διαθέτει.
Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι τι αλλαγές θα επιφέρει στο τραπεζικό σύστημα. Θα κατορθώσει να ανανεώσει την Τράπεζα Πίστεως που εναγωνίως αναζητεί τρόπους να επεκταθεί για να μπορέσει να επιβιώσει και να κρατηθεί στο επίπεδο που βρίσκεται σήμερα, καθώς έχει φθάσει πλέον στα όριά της; Θα μπορέσει να απορροφήσει την Τράπεζα Εργασίας ή την Ιονική ή κάποιαν άλλη, όπως αφήνουν να εννοηθεί από το περιβάλλον τού κ. Κωστόπουλου, καθώς η Πίστεως αναζητεί τρόπους για να αποκτήσει «σύμμαχο» που να της ανοίξει νέους τραπεζικούς δρόμους; Και κυρίως θα μπορέσει να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τον ανταγωνισμό που προκαλεί η δυναμική παρουσία του Ομίλου Λάτση, που φιλοδοξεί να καταστεί κυρίαρχος στην ελληνική τραπεζική αγορά;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντήσει ο κ. Κωστόπουλος, ο οποίος ακριβώς επειδή έχει κατανοήσει ότι πρέπει να προχωρήσει σε μεγάλες αλλαγές και στην τράπεζά του, αλλά και στο τραπεζικό σύστημα, αναδεικνύεται δικαιολογημένα ως ο άνδρας του μήνα. Τουλάχιστον από την άποψη ότι ξέρει να διακρίνει τις προκλήσεις και να μην τις αρνείται. Αλλά να τις επιδιώκει και να τις αντιμετωπίζει, μέχρι τώρα τουλάχιστον, με επιτυχία. Άλλωστε, αυτή δεν θα έπρεπε να είναι η πεμπτουσία του ανδρισμού σήμερα, όταν ο άνδρας ως σύμβολο ισχύος και σοβαρότητας εύλογα αμφισβητείται; €