ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ

Mύθος &στέπα

· Η ιστορική Μπουχάρα

Κείμενο: ANΔPEAΣ ANΔPIANOΠOYΛOΣ



Ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος είναι ένας παράξενος —για τα ελληνικά δεδομένα— άνθρωπος. Με την ίδια ευκολία που μιλάει ακατάπαυστα για τα —«αγαπημένα» του— διαπλεκόμενα, τον Έβερτ και την «κρίση» στη ΝΔ μπορεί να αρχίσει να σου μιλάει για το Ουζμπεκιστάν και τη γεωπολιτική των πετρελαίων. Απών από την πολιτική τα τελευταία χρόνια —αλλά και μονίμως παρών— βρήκε χρόνο το καλοκαίρι που μας πέρασε για ένα μακρύ ταξίδι στις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Ασίας. «Δουλειά» του να μαζέψει στοιχεία για την ακαδημαϊκή του έρευνα: «Γεωπολιτική των πετρελαίων στον κόμβο της Ευρασίας». Οι Δυτικοί επενδυτές αναζητούν εναγωνίως ανάλογες έρευνες και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος σε συνεργασία με «δυτικούς» επίσης εκδοτικούς οίκους είπε να τους βγάλει από την ανησυχία. Να τους προσφέρει απαντήσεις. Το κείμενο που ακολουθεί θα συμπεριληφθεί στο βιβλίο που θα εκδώσει με τις ταξιδιωτικές εμπειρίες που είχε στην «καρδιά του Ισλάμ». Πότε θα εκδοθεί το βιβλίο; Άγνωστο. Άλλωστε ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος έχει βάλει άλλον ένα «βραχνά» αυτή την εποχή στη ζωή του. Μαθαίνει ρωσικά. Τρεις ώρες ημερησίως! Σας είπαμε, είναι ένας παράξενος άνθρωπος.


Το βαθύ βήξιμο του καπνισμένου κινητήρα του παλιού Αντόνοφ 25 έστρεψε τα κεφάλια των λιγοστών επιβατών με αγωνία προς τα έξω, αντικριστά με το εκτυφλωτικό φως του ασιατικού καλοκαιριού. Από την πρώτη στιγμή που αντικρίσαμε το κουρασμένο αεροπλάνο να κάθεται νωχελικά στο ρημαγμένο αεροδρόμιο της Τασκένδης, ένα μούδιασμα ανησυχίας κυρίεψε πολλούς από τη μικρή ταξιδιωτική μας παρέα. Πολλές παλάμες ίδρωσαν στη διάρκεια του αγκομαχητού της ομαλής απογείωσης. Κανένας, όμως, δεν ήταν πραγματικά ήρεμος στη διάρκεια της πτήσης.



Αυστραλοί, Καναδοί, δυο ζευγάρια Νεοζηλανδών και Βρετανών κάνα δυο Αμερικανοί και τρεις Έλληνες, δώδεκα όλοι κι όλοι, ήμαστε η ομάδα που είχε αποφασίσει να εξερευνήσει τα μυστήρια της νωχελικής πρώην σοβιετικής κεντρικής Ασίας. Της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης, δηλαδή, που συνορεύει με τον Καύκασο και την Κασπία Θάλασσα δυτικά, με τις Στέπες Καρακάτσι βόρεια, με την Έρημο Γκόμπι και το Σινικό Τείχος ανατολικά, και με τα βουνά του Αφγανιστάν νότια. Άγονες στέπες, άγριες έρημοι, δυσπρόσιτες οροσειρές κι απομονωμένα οροπέδια αποτελούσαν τη διαδρομή των περιπλανήσεών μας. Κομβικά σημεία του ταξιδιού οι μυθικές πόλεις του θρυλικού «δρόμου του μετα-ξιού» —η Σαμαρκάνδη, η Μπουχάρα, η Κοκάντ, το Κασγκάρ και το Τασκουργκάν. Δείκτες της πορείας τα ολοζώντανα, ακόμα και σήμερα, σημάδια των θρύλων της στέπας, όπως ο Τζένγκις Χαν κι ο Ταμερλάνος, που σκόρπισαν τον τρόμο στην υφήλιο ολάκερη οικοδομώντας μια ανίκητη πολεμική μηχανή, με υλικό τους νωχελικούς νομάδες της ξεραμένης κι άγονης αυτής γης.

Το απέραντο τοπίο της ξηρασίας και των διάσπαρτων αμμόλοφων που ξετυλίγεται κάτω από τα ταλαιπωρημένα φτερά του αεροσκάφους της Air Uzbekistan, καταλαγιάζει κάπως τις ανησυχίες των καλομαθημένων επιβατών από τη Δύση για τις φάλτσες κραυγές των γερασμένων κινητήρων. Η θρυλική Μπουχάρα βρίσκεται κάπου κάτω εκεί —ανάμεσα στις σκιές των χαμηλών πέτρινων όγκων και στα μισοβυθισμένα στην άμμο ποτάμια μιας άλλης εποχής.




Η ιστορική Μπουχάρα


Ο Μούσα, ο Oυζμπεκο-Iρανός οδηγός μας στη διάρκεια της περιοδείας μας στο Ουζμπεκιστάν, δεν κουράζεται να αναπολεί φωναχτά τις δοξασμένες ημέρες της «σοβιετικής εξουσίας». Βέβαια, στα χρόνια εκείνα, τα προνόμια που είχε σαν στέλεχος της Ιντουρίστ τον έκαναν να ξεχωρίζει από τους ρακένδυτους συντρόφους του της στέπας. Με συχνά ταξίδια στην Ευρώπη, ως τουριστικός οδηγός πάνω σε σοβιετικά κρουαζιερόπλοια, συγχρωτιζόταν με τη νομενκλατούρα της εποχής, εξασφαλίζοντας χρήματα και διευκολύνσεις που σήμερα πια φαντάζουν εξωπραγματικά. Ο ακροδεξιός Pώσος εθνικιστής Ζιρινόφσκι αποτελεί μια ελκυστική πολιτική φιγούρα για τον Μούσα, που πάντοτε ελπίζει σε μια παλινόρθωση της παλιάς Σοβιετικής Ένωσης. Έστω και δίχως τους κομουνιστές. Ζωντανή απόδειξη του σοβιετικού μεγαλείου αποτελεί για πολλούς σαν τον Μούσα η πραγματικά εντυπωσιακή αναστήλωση των μεσαιωνικών μνημείων της τουρκομογγολικής δυναστείας του Ταμερλάνου. Από τα χρόνια του Λένιν ξεκίνησαν οι προσπάθειες να ξαναζωντανέψουν τα μνημεία της νομαδικής αυτοκρατορίας των κεντροασιατικών φύλων.

Με τρόπο βέβαια απόλυτο, χωρίς ιδιαίτερο σεβασμό στα σημάδια της ιστορίας, οι κομουνιστές αρχαιολόγοι και αρχιτέκτονες φρόντισαν κυρίως να ζωντανέψουν το επιβλητικό μεγαλείο εκείνης της εποχής, αγνοώντας την ανθρώπινη διάσταση των εξελίξεων. Με την εξαίρεση έτσι των κεντρικών μεγαλοπρεπών θρηκευτικών ισλαμικών σχολείων (Μαντράσες), των παλιών ανακτόρων και των τζαμιών που αποκαταστάθηκαν —αγγίζοντας σχεδόν τη λάμψη του παλιού τους μεγαλείου— κάθε άλλο κτίσμα που υποδήλωνε το πέρασμα της ιστορίας ισοπεδώθηκε κι εξαφανίστηκε από το πρόσωπο της γης.

Η γενική εντύπωση, εν τούτοις, κόβει την ανάσα. Ο θρυλικός δρόμος του μεταξιού, που για αιώνες ολόκληρους ζωντάνευε στη φαντασία των σχολιαρόπαιδων της Δύσης συγκλονιστικές εικόνες αμύθητης χλιδής, ανατολίτικης ραδιουργίας κι αστείρευτων περιπετειών, θαρρείς πως μόλις χθες ξεπήδησε απ’ τα γραπτά του Μάρκο Πόλο. Η περίφημη Πύλη της Μπουχάρα, τόπος μαρτυρίου και σύμβολο απειλής για κάθε ντόπιο ή ξένο που προκαλούσε την αντιπάθεια του Χαν (δηλαδή του τοπικού ηγέτη-βασιλιά), φαντάζει μεγαλειώδης κι απειλητική, σχεδόν όπως ήταν την πρώτη μέρα που χτίστηκε. Τα βαθιά της πηγάδια-μπουντρούμια —με τους σκορπιούς και τα φίδια που είχαν κάνει σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη να ανατριχιάσει, στα μέσα του 19ου αιώνα, με τη για μια περίπου δεκαετία αιχμαλωσία και στη συνέχεια εκτέλεση των Eγγλέζων αξιωματικών Στόνταρντ και Κόναλι— διατηρούνται άψογα. Σχεδόν έτοιμα να «φιλοξενήσουν» καινούργιους καλεσμένους.

Το «Μεγάλο Παιχνίδι», βέβαια, δεν παίζεται πλέον. Ολόκληρο σχεδόν τον 19ο αιώνα, αλλά και τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ού, η Ευρώπη συγκλονίστηκε από τον σκληρό ανταγωνισμό —συχνά θανατηφόρο— των Βρετανών και Ρώσων αξιωματικών κι εξερευνητών-πρακτόρων μέσα στις απρόσιτες και μυστηριώδεις ερήμους της Κεντρικής Ασίας, και στις απροσπέλαστες οροσειρές της Ινδικής υπο-Xερσονήσου. Οι Βρετανοί, βέβαια, λόγω της φιλοδοξίας του τσάρου να ανακαλύψει δρόμους εύκολης από την ξηρά διείσδυσης προς την Ινδία, πάσχιζαν να βρουν να ανακόψουν την προέλασή του. Και οι Ρώσοι, αργά αλλά σταθερά, άπλωναν προσεκτικά τα σύνορά τους προς Νότον, επιβάλλοντας καμιά φορά διά των όπλων ό,τι δεν κατάφερναν να πετύχουν με την πειθώ και την πονηριά. Με μύριες μεθοδεύσεις, οι απεσταλμένοι των δύο τότε μεγάλων δυνάμεων στα όποια αφεντικά της περιοχής έστηναν μηχανισμούς, οικοδομούσαν εύθραυστες συμμαχίες και πελαγοδρομούσαν ανάμεσα σε φυλάρχους, οπλαρχηγούς, εμίρη-δες και μουλάδες, διακινδυνεύοντας τη ζωή τους λόγω των ατέλειωτων μηχανορραφιών υποτιθέμενων φίλων κι αντιπάλων.

Οι μοναχικοί αυτοί πρωταγωνιστές μιας όχι και τόσο γνωστής εποποιίας της σύγχρονης εποχής ήταν άνθρωποι σκληροτράχηλοι με χαρακτήρα από ατσάλι. Ξεκινούσαν συνήθως ολομόναχοι για περιπλανήσεις που διαρκούσαν συνήθως πάνω από πέντε με έξι χρόνια. Στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν μεταμφιεσμένοι σε ντόπιους εμπόρους ή ασκητές μοναχούς, γνωρίζοντας βέβαια πως στο παραμικρό λάθος ή αδυναμία το πιθανότερο ενδεχόμενο ήταν ο θάνατος ή ο ακρωτηριασμός. Πολλές φορές, οι αγωνίες τους και η σωματική δοκιμασία που πέρναγαν τους οδηγούσαν στην επιτυχία. Που, όμως, σπάνια γινόταν ευρύτερα γνωστή λόγω της ιδιομορφίας της αποστολής τους. Χαρακτηριστική περίπτωση ο Ρώσος λοχαγόςΓκρομτσέφσκι, που αφού κυριάρχησε στα όρη Παμίρ τρομοκρατώντας τους Βρετανούς στην Ινδία, κατέληξε ξεχασμένος κι ανήμπορος, αφού εξορίστηκε στη Σιβηρία, να πεθάνει ολομόναχος και πάμπτωχος στην πρώην Αγία Πετρούπολη. Στις περισσότερες περιπτώσεις τελική απογοήτευση συνόδευε την προσπάθειά τους, ενώ αρκετοί γνώρισαν την ευρύτερη αναγνώριση και δόξα, λόγω όμως του μαρτυρικού τους τέλους. Ο σερ Αλεξάντερ Μπερνς σφάχτηκε στην Καμπούλ, πρωτεύουσα του Αφγανιστάν, ο συντ/ρχης Στόνταρντ με τον λοχαγό Κόναλι αποκεφαλίστηκαν μπροστά στην πύλη της Μπουχάρα, τα κόκαλα του Τζορτζ Χέιγουορντ βρίσκονται σε μια ταπεινή γωνιά του νεκροταφείου του Γκιλγκίτ στο σημερινό βόρειο Πακιστάν, ενώ ό,τι απέμεινε από το κομματιασμένο σώμα του Άντριου Ντάλγκλις είναι θαμμένο απόμερα κάπου στο δυσπρόσιτο πέρασμα της οροσειράς των Καρακόραμ, κοντά στη Λέχ τουΙνδικού Κασμίρ.

Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την κατάρρευση της σοβιετικής αυτοκρατορίας, οι απέραντες στέπες, τα απόκρημνα βουνά και οι αφιλόξενες έρημοι της Κεντρικής Ασίας αρχίζουν σιγά σιγά να συνθέτουν το ντεκόρ ενός καινούργιου «Μεγάλου Παιχνιδιού». Οι παίκτες αυτή τη φορά είναι περισσότεροι, ο αντικειμενικός στόχος πιο σύνθετος, αλλά και το κέρδος του νικητή μεγαλύτερο. Ρωσία, Ηνωμένες Πολιτείες, Δυτική Ευρώπη, αλλά και Νότια και Νοτιοανατολική Ασία ερίζουν, αγωνιώντας για το μέλλον της αχανούς κι ανοργάνωτης αυτής περιοχής. Αμεσότερα στο παιχνίδι, μαζί με τη Ρωσία και την Κίνα που βρίσκονται στη γειτονιά, έχουν μπει το Ιράν, η Τουρκία, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία. Το ουσιαστικό δέλεαρ των νέων ανταγωνισμών είναι το πλούσιο γενικά σε ορυκτά, και κυρίως σε αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, υπέδαφος της Κεντρ. Ασίας και της Υπερκαυκασίας.





Web Page Designer · Lydia Lada
Copyright © 1996 MEN Magazine Special Publications Aris Terzopoulos S.A. All rights reserved.