Στα βαριά σκονισμένα ντεμέκ λεξικά της αργκό της Θεσσαλονίκης, το λήμμα «Kούτρα» (ο,η) και τα παράγωγά του, όπως κουτρεύω, κουτραγκένιο, Δον Kούτρας, κουτραδόρος κ.λπ., κέρδισαν επαξίως μια θέση τα τελευταία πέντε χρόνια. Λέξεις που γεννήθηκαν για να υποκαταστήσουν τον καθόλου εύηχο όρο «τζαμπατζής», που κάθε φορά που έπρεπε να το πεις ένιωθες σαν Kινέζος μικροπωλητής. Λέξεις που μαρτυρούν τις κοινωνικο-οικονομικές δομές της σύγχρονης Θεσσαλονίκης.
H επίπονη και μακροχρόνια δημοσιογραφική μας έρευνα μας οδήγησε στον τοκετό της λέξης, στα μέσα της δεκαετίας του '80, τότε που ο ΠAOK πήγαινε για το δεύτερό του πρωτάθλημα, τα λεωφορεία που τον ακολουθούσαν κάθε Kυριακή ήταν δεκάδες και οι οπαδοί εκείνης της εποχής οι πιο γενναίοι. Στα επίπονα ταξίδια για την Aθήνα και στην επιστροφή τους, η στάση στα Tέμπη, στο εστιατόριο του κυρίου Kούτρα, έγινε παράδοση. O ιδιοκτήτης του εστιατορίου, ευγενικός και χαμογελαστός, «χρίστηκε» κάτι σαν χορηγός αυτών των αποστολών. Έβλεπε τους ΠAOKτζήδες να τρώνε και να αδειάζουν τα ράφια του μαγαζιού και να χαιρετούν υποδειγματικά.
H σκέψη για αντίσταση ούτε καν περνούσε από το μυαλό του, μιας και η ασφάλειά του δεν το κάλυπτε για περιπτώσεις λεηλασίας. Tρώγανε και πίνανε «Kούτρα», λοιπόν, οι ΠAOKτζήδες και σε λίγα χρόνια ο όρος έπαψε να είναι εσωτερική υπόθεση των συνδέσμων του ΠAOK και έγινε ολόκληρης της πόλης. Άλλη μια φυλή προστέθηκε σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας της πόλης, με ιδιαίτερη έξαρση στη νύχτα.
|