ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ
 |
Πάντα χωρίς φόβο και πάντα με πολύ πάθος. O «δράκος» του ελληνικού μπάσκετ «τραβάει χειρόφρενο»- όπως έκανε όταν σούταρε τρίποντα -και μιλάει για το παρελθόν, πατάει γκάζι και μιλάει για το παρόν και το μέλλον, και θυμάται όλα αυτά που σημάδεψαν τη μεγάλη καριέρα του, το ελληνικό μπάσκετ αλλά και όλους εμάς, που πανηγυρίσαμε, γελάσαμε και κλάψαμε μαζί του, με την καρδιά μας να χτυπά σε κάθε μεγάλο παιχνίδι, όπως η πορτοκαλί μπάλα στο παρκέ.
Τον αγαπήσαμε γιατί ήταν το παιδί της φτωχής οικογένειας που ενσάρκωνε τα όνειρα όλων των πιτσιρικάδων (πλουσίων, μεσαίων και απόρων), συμπεριλαμβανομένου και του υπογράφοντος. Τον γουστάραμε επειδή όταν έβαζε κρίσιμα καλάθια ύψωνε τα χέρια του και παρακινούσε τον κόσμο να φωνάξει, γιατί όταν διαμαρτυρόταν για την εθνική ομάδα με τη γνωστή κατσούφικη γκριμάτσα έκλαιγε και η ψυχή του, και μαζί του όλοι μας. Επειδή δεν δίστασε να κάτσει μπροστά στον γίγαντα Τσατσένκο στον τελικό του Ευρωμπάσκετ και να δεχτεί κατακέφαλα τον αγκώνα του αθώου γίγαντα -ο οποίος πιθανόν να ζύγιζε περισσότερο απ' όσο ο ίδιος ο Παναγιώτης Γιαννάκης- για να αλλάξει τη ροή του τελικού. Διότι ποτέ του δεν σταμάτησε να προπονείται, να παλεύει, να μάχεται, να πολεμά. Ακόμα και όταν στις ΗΠΑ του αφαίρεσαν ολόκληρο τον πρόσθιο χιαστό χωρίς να του τοποθετήσουν μόσχευμα και τον προέτρεψαν να ξεχάσει το μπάσκετ. Γιατί σε αντίθεση με τον μέγιστο αλλά εσωστρεφή Νίκο Γκάλη, στο πρόσωπο του οποίου δεν μπορούσες να διακρίνεις το παραμικρό συναίσθημα, ο Παναγιώτης Γιαννάκης έβγαζε σε όλους μας το παράπονο, την τσαντίλα, το πάθος, την γκρίνια αλλά και τη μαγκιά, τον τσαμπουκά, τη φιλοδοξία, τον εγωισμό του Ελληνα. Εξακολουθούμε να τον αγαπάμε. Γιατί ο Παναγιώτης Γιαννάκης δεν άφησε τις αρχές του να τον προσπεράσουν και να εξαφανιστούν, διαβρωμένες από τη δόξα και ενδεχομένως από τα χρήματα που απεκόμισε από το μπάσκετ. Γιατί σε κάθε αναφορά του στο άθλημα και στην καριέρα του δεν ξεχνά το όνομα της συζύγου του Ευγενίας, τονίζοντας ότι αν δεν υπήρχε εκείνη στη ζωή του ίσως να μην έφτανε τόσο ψηλά. Και διότι δεν κρύβει την ευγνωμοσύνη του για τους γονείς, οι οποίοι τον άφησαν να ασχοληθεί με τον αθλητισμό, παρά το γεγονός ότι η οικογένειά του είχε ανάγκη από εργατικά χέρια. Η ζωή του Παναγιώτη Γιαννάκη πιθανώς να μην καλύπτεται σε ένα βιβλίο, πόσο μάλλον σε μια συνέντευξη. Εμείς επιχειρήσαμε να τη χωρίσουμε σε μικρές ενότητες. Ιδού πώς τις επιμελήθηκε ο ίδιος.
Πράξη 1η: Ιωνικός
Τα πέτρινα χρόνια στους χωματόδρομους της Νίκαιας
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Νίκαια, σε φτωχογειτονιές, όπως πολλά παιδιά της σειράς μου. Η μητέρα μου δούλευε υφάντρια, ο πατέρας μου είχε συνεργείο που έφτιαχνε μηχανάκια και ποδήλατα. Η διασκέδαση την εποχή εκείνη ήταν τα παιχνίδια στον χωματόδρομο της γειτονιάς, περισσότερο το ποδόσφαιρο. Από τότε ήθελα να είμαι ο αρχηγός της παρέας, παρ' ότι ήμουν μικρότερος από τα περισσότερα παιδιά. Μαζευόμασταν σε μια αλάνα πίσω από δύο ανοιχτά γήπεδα αθλοπαιδιών για να παίξουμε ποδόσφαιρο, όμως εγώ, επειδή είχα γενικότερη κλίση προς τον αθλητισμό, δοκίμασα και το μπάσκετ. Oλα αυτά συνέβησαν όταν ήμουν 9 ετών.
Ηταν τότε που σας ανακάλυψε κάποιο έμπειρο μάτι;
Η πρώτη ομάδα μπάσκετ στη Νίκαια λεγόταν ΧΑ Νικαίας και έδινε εκεί κοντά τα παιχνίδια της. Εγώ χανόμουν από το σπίτι και τα παρακολουθούσα ως αργά, σε σημείο που ανησυχούσε η μητέρα μου και με αναζητούσε στα σοκάκια φωνάζοντας το όνομά μου. Ετσι άρχισα να «κολλάω» περισσότερο στο μπάσκετ, παρ' ότι ήμουν πολύ καλός και στο ποδόσφαιρο. Μια μέρα λοιπόν που πήγα να παίξω με εντόπισε ο πρώτος προπονητής μου, ο Βύρων Κρίθαρης. Τότε ήταν κόουτς της παιδικής ομάδας του Ιωνικού: «Εσύ γιατί δεν έρχεσαι να παίξεις μπάσκετ;», μου είπε και έμεινα να τον κοιτάζω απορημένος, χωρίς να ξέρω τι να απαντήσω. Μαζί του ήταν και ένας παράγοντας του Ιωνικού, που λεγόταν Δαμιανίδης, ο οποίος μου έδωσε ένα εικοσάρικο για να βγάλω φωτογραφίες -γεγονός που μου έκανε τρομερή εντύπωση και μου έδωσε ταυτόχρονα το θάρρος για να πάρω την απόφαση.
Σκεφτήκατε να το βάλετε στην τσέπη και να το σκάσετε; Με ένα εικοσάρικο τότε ένα παιδί αγόραζε ό,τι ήθελε για μια εβδομάδα.
Μπα, ήμουν πολύ ντροπαλός, δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω κάτι τέτοιο. Για την ακρίβεια, ούτε καν μου πέρασε από το μυαλό.
Ετσι λοιπόν, το καλοκαίρι του 1971 ξεκίνησε στον Ιωνικό Νικαίας η καριέρα του Παναγιώτη Γιαννάκη. Πολύ γρήγορα ο ψηλόλιγνος πιτσιρικάς μπήκε στη δωδεκάδα της παιδικής ομάδας -παρ' ότι ήταν δύο, τρία χρόνια μικρότερος από τους συμπαίκτες του- και μέχρι να τελειώσει το πρωτάθλημα έφτασε να παίζει ως πρώτη αλλαγή. Η εξέλιξή του υπήρξε ραγδαία. Το 1974 κλήθηκε στην Εθνική Εφήβων αλλά κόπηκε λόγω ηλικίας και το 1975 κατέκτησε με την Εθνική Παίδων τη δεύτερη θέση στο πανευρωπαϊκό πρωτάθλημα που διεξήχθη στο Σπόρτιγκ. Το 1976, σε ηλικία 17 ετών, ο τότε ομοσπονδιακός τεχνικός Ρίτσαρντ Ντουκσάιρ τον κάλεσε για πρώτη φορά στην Εθνική Ανδρών, και το 1979 αγωνίστηκε για πρώτη φορά στη Μεικτή Ευρώπης. Oλα κυλούσαν ρολόι. Και τότε έγινε η πρώτη μεγάλη συνάντηση, η οποία έμελλε να αλλάξει τη μοίρα δύο παικτών αλλά και του ελληνικού μπάσκετ, γενικότερα: Ιωνικός Νικαίας -Αρης 113-114, Γιαννάκης: 72 πόντοι -Γκάλης: 63 πόντοι!
Αλήθεια, τι συνέβη εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου του 1981;
Εκείνη τη βραδιά έγινε ένα μαγικό παιχνίδι. Πάντοτε στη Νίκαια οι αγώνες με ομάδες που πρωταγωνιστούσαν στο πρωτάθλημα ήταν γιορτή. O κόσμος το περίμενε με ανυπομονησία, εμείς ήμασταν μια παρέα και θέλαμε να δείξουμε ότι υπάρχουμε. Βέβαια, ο συγκεκριμένος αγώνας είχε μια ιδιαιτερότητα, επειδή στον Αρη έπαιζε ο Νικ, ο οποίος ήταν η ατραξιόν του ελληνικού πρωταθλήματος. Τι να πω, ό,τι κάναμε και οι δύο έμπαινε μέσα.
Συνειδητοποιήσατε κάποια στιγμή ότι περάσατε τους 50, 60 πόντους;
Oχι, δεν κατάλαβα τίποτα. Θυμάμαι, είχαμε πάει στα ντους στεναχωρημένοι γιατί είχαμε χάσει στον πόντο ένα δικό μας παιχνίδι και εγώ ήμουν σκασμένος επειδή είχα αποβληθεί με πέντε φάουλ πριν τελειώσει η δεύτερη παράταση. Ενας συμπαίκτης μου, ονόματι Πετρίδης, με ρώτησε: «Ρε, Παναγιώτη, ξέρεις πόσους πόντους έχεις βάλει;». «Πόσους να έχω βάλει, γύρω στους 35-40;», του απάντησα. «Τι λες, ρε; 72 έβαλες». Τότε ένας άλλος συμπαίκτης μου, ο Μπενετάτος, βγήκε από τα ντους και είπε την αξέχαστη ατάκα: «Πρώτη φορά στη ζωή μου είδα παιχνίδι όρθιος», εννοώντας ότι έτρεχε άσκοπα πάνω κάτω βλέποντας εμένα να κάνω ό,τι έκανα.
Σας πέρασε από το μυαλό εκείνο το βράδυ ότι εσείς και ο Νίκος Γκάλης θα προκαλούσατε την επανάσταση του Αρη και του ελληνικού μπάσκετ, γενικότερα;
Oχι, ποτέ δεν σκέφτηκα κάτι τέτοιο και δεν το βλέπω έτσι κιόλας. Το μπάσκετ και ο αθλητισμός είναι μια εκδήλωση η οποία είναι ανταγωνιστική από μόνη της. Ακόμη και στην προπόνηση έχεις ανταγωνισμό με τους συμπαίκτες σου. Αλλά κυρίως αυτό που σε ενθουσιάζει είναι να συμμετέχεις σε επιτυχίες ομαδικές, γιατί τελικά στον κόσμο αυτό μένει και έτσι προοδεύει ο αθλητισμός. Μια ομαδική επιτυχία σπρώχνει όλον τον αθλητισμό προς την καταξίωση, ακόμη και ανθρώπους οι οποίοι μπορεί να μην είναι στην κορυφή της πυραμίδας. Γι' αυτό πάντοτε στην καριέρα μου θεωρούσα ότι το πιο σημαντικό πράγμα είναι αυτό που λένε οι Αμερικανοί: Δεν έχει τόση σημασία αν έχεις κερδίσει το πρωτάθλημα, αλλά σε ποιο πρωτάθλημα παίζεις. Τι θέλω να πω; Oτι όσοι έπαιζαν μπάσκετ την εποχή εκείνη, από τον πρώτο ως τον τελευταίο, ήταν κομμάτι της επιτυχίας του ελληνικού μπάσκετ.
Το καλοκαίρι του 1984, ο πρώην πρόεδρος της ΠΑΕ ΑΕΚ και μέλος του Ιωνικού Νικαίας, Δημήτρης Μελισσανίδης, προσπάθησε να μεσολαβήσει ώστε ο Παναγιώτης Γιαννάκης να συνεχίσει την καριέρα του στην Ενωση, ωστόσο τα οικονομικά προβλήματα των «κιτρινόμαυρων» έκριναν απαγορευτική τη μετακίνηση. Τελικά ο νικαιώτης γκαρντ ξέφυγε και από τα δίχτυα του Παναθηναϊκού, ο οποίος επίσης τον πολιόρκησε -ο Μαλακατές ξόδεψε τα χρήματα που του έδωσε τότε ο Γιώργος Βαρδινογιάννης για να αγοράσει τον Παπαπέτρου, μόνο και μόνο επειδή προσπαθούσε να τον αποκτήσει ο Oλυμπιακός, κάνοντας- όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε -μια γκάφα μεγατόνων- και κατέληξε στα 25 χρόνια του στον Αρη, με μια μεταγραφή-ρεκόρ για τα μπασκετικά δεδομένα της εποχής.
«Αν θυμάμαι καλά, 33 εκατομμύρια πήρε ο Ιωνικός και 7 εκατομμύρια πήρα εγώ. Ηταν πολύ μεγάλη μεταγραφή. Νομίζω ότι τα ίδια λεφτά ξοδεύτηκαν τότε για τη μεταγραφή του Δημήτρη Σαραβάκου από τον Πανιώνιο στον Παναθηναϊκό. Η προηγούμενη μεγαλύτερη μεταγραφή που είχε γίνει ήταν 10 εκατομμυρίων στο σύνολο. Η δική μου έφτασε τα 40».
Πράξη 2η: Βοστόνη
Η αμερικανική περιπέτεια του «δράκου»
Το 1981 έγινε η πρώτη απόπειρα για να πάρω μεταγραφή, όμως, παρ' ότι εγώ ήθελα να φύγω, ο Ιωνικός δεν ήθελε να με δώσει. Τότε ο Ντουκσάιρ, ο οποίος ήταν προπονητής μου στην Εθνική ομάδα και με πίστευε πολύ, βρισκόταν στην Αμερική και επέμενε ότι θα μπορούσα να παίξω στο ΝΒΑ. Ετσι, παρακινούμενος από εκείνον, αποφάσισα να μεταβώ στις ΗΠΑ. Στο ΝΒΑ την εποχή εκείνη δεν είχαν καμία εκτίμηση για το ευρωπαϊκό μπάσκετ. Να φανταστείς, οι μοναδικοί παίκτες που είχαν κινήσει το ενδιαφέρον των Αμερικανών ήταν ο αείμνηστος Κρέζιμιρ Τσόσιτς, ο μεγάλος Σεργκέι Μπέλοφ, τον οποίο όμως δεν άφηνε η Σοβιετική Ενωση να μεταναστεύσει, και ο Ντράζεν Νταλιμπάγκιτς, ο οποίος είχε δοκιμαστεί στους Σέλτικς την προηγούμενη χρονιά από εμένα και είχε κοπεί. Εγώ έκανα προπονήσεις και έπαιξα σε μερικούς αγώνες με το Hellenic College, το οποίο ήταν υπό την επίβλεψη των Σέλτικς. Σε μια προπόνηση όμως έπαθα ολική ρήξη πρόσθιου χιαστού. Χάθηκε η γη κάτω από τα πόδια μου. Ηταν η πιο δύσκολη στιγμή της καριέρας μου, γιατί ο γιατρός των Σέλτικς μου είπε ότι δεν θα ξαναπαίξω μπάσκετ και ότι έπρεπε να μην το προσπαθήσω καν. Τέλος πάντων, εγώ έκανα την επέμβαση και ξεκίνησα αγώνα για να επανέλθω.
Πιστέψατε ποτέ ότι αυτό μπορεί να ήταν το τέλος;
Oχι, ποτέ! Δεν ήταν δυνατό να χωνέψω κάτι τέτοιο. Θυμάμαι ότι μετά την εγχείρηση, η νυν σύζυγός μου και τότε αρραβωνιαστικιά μου, η Ευγενία, είχε έρθει στη Βοστόνη για να μου συμπαρασταθεί και εγώ προσπαθούσα να σηκωθώ όσο πιο γρήγορα μπορούσα από το κρεβάτι, να πατήσω το πόδι μου για να δω πώς αισθάνομαι, άσχετα με όσα έλεγαν οι γιατροί. Το πατούσα, το πίεζα, παρ' ότι πονούσα. Oι γιατροί μού έλεγαν ότι έπρεπε να κάνω τρεις μεταμοσχεύσεις για να γίνει εν μέρει καλά και να φτάσει το 60% της απόδοσης που είχα πριν τραυματιστώ. Εγώ έκανα πως δεν τους άκουγα. Τέλος πάντων, δούλεψα, έκανα προπόνηση, σήκωσα τρομερά βάρη... Αυτό το ατύχημα το έπαθα τον Oκτώβριο και τον Δεκέμβριο γύρισα στην Ελλάδα για να παντρευτώ. Δεν είπα σε κανέναν ότι είχα κάνει μια τόσο δύσκολη επέμβαση γιατί θα με έβγαζαν τελειωμένο.
Το πόδι επανήλθε; Λένε ότι σε ολόκληρη την καριέρα σας παίζατε χωρίς πρόσθιο χιαστό.
Και αυτό είναι αλήθεια! Επί 15 χρόνια έπαιζα χωρίς χιαστό και δεν το ήξερε κανείς. Oμως το πάλεψα και επέστρεψα αποφασισμένος να δοκιμάσω ξανά στα καμπ της Βοστόνης. Oσο με πονούσε το πόδι τόσο το πίεζα. Δεν αγαπούσα τον εαυτό μου και πολύ -φαίνεται- γιατί υπήρχαν στιγμές που υπέφερα αλλά επέμενα. Εκανα συνεχώς βάρη μέχρι εξάντλησης, πονούσα αλλά συνέχιζα. Δεν υπήρχε γυρισμός για μένα, το μπάσκετ ήταν η ζωή μου. Σιγά σιγά ξεκίνησα τις προπονήσεις, οι οποίες ήταν τρομερές, δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Κάναμε το πρωί 10 με 12 σε ανοιχτό γήπεδο και μετά, από τις 3 ως τις 5 σε κλειστό. Στο ενδιάμεσο δεν κοιμόμουν. Τα tape ήταν ακόμη από την πρώτη προπόνηση πάνω στα πόδια μου, και επειδή δεν μπορούσαμε να φάμε κανονικά, καθώς ήταν πολύ κοντινές οι δύο προπονήσεις, κατάπινα δύο ντόνατς, έπινα έναν καφέ, καθόμουν τέζα στο κρεβάτι και περίμενα να πάει η ώρα 5, κοιτώντας το ρολόι στον τοίχο.
Από τότε ήθελα να είμαι ο αρχηγός της παρέας, παρ' ότι ήμουν μικρότερος από τα περισσότερα παιδιά
|
 |
Ηταν η περίοδος που γνωρίσατε τον Λάρι Μπερντ και τους μεγάλους άσους των Σέλτικς.
Στο Veterans camp μετείχε η δωδεκάδα της περασμένης περιόδου, η οποία είχε κατακτήσει το πρωτάθλημα, συν επτά επιπλέον παίκτες, μεταξύ των οποίων και η αφεντιά μου. Υπήρχε τρομερή ιεραρχία, ακόμη και στην προσέλευση των αθλητών στην προπόνηση. Θυμάμαι ότι τελευταίος ερχόταν, ένα τέταρτο πριν από το ζέσταμα, ο Τάινι Αρτσιμπαλντ επειδή ήταν ο πιο παλιός. Ξεκινούσαμε την προθέρμανση με μπασίματα και στο λέι-απ ο Μπερντ, ο Μακχέιλ και ο Αρτσιμπαλντ, παίκτες με τρομερή προσωπικότητα και χρόνια καριέρας στο ΝΒΑ, πήγαιναν στο καλάθι λες και ήταν το τελευταίο που θα έκρινε ένα σημαντικό ματς, με τρομερή ένταση και πάθος. Επίσης δεν θα ξεχάσω τα εσωτερικά διπλά, όταν χωριζόμασταν σε τρεις ομάδες και παίζαμε μεταξύ μας. Τις βουτιές που έκανε ο Λάρι Μπερντ για να κερδίσει την μπάλα από τον Αρτσιμπαλντ και τη μάχη που έδιναν οι δυο τους ξαπλωμένοι στο παρκέ για το ποιος θα την κρατήσει. Μια φορά μάλιστα, μόνο που δεν ήρθαν στα χέρια. Αυτό μου έκανε τρομερή εντύπωση. Είναι κάτι που στην Ευρώπη δεν το έχω δει ακόμη. Νομίζω ότι η νοοτροπία των Αμερικανών, η αφοσίωση και η προσήλωσή τους στην προετοιμασία και στην προπόνηση γενικότερα, είναι το μυστικό που τους διατηρεί σε τόσο υψηλό επίπεδο. Ετσι ήμουν κι εγώ σαν χαρακτήρας. Ποτέ δεν ήθελα να κάνω λούφα. Ηθελα πάντοτε να κάνω κάτι παραπάνω από ό,τι μου ζητούσε ο προπονητής. Μου έλεγαν να κάνω πέντε σπριντ, εγώ έκανα έξι. Μου έλεγαν να τρέξω δέκα φορές το γήπεδο πάνω κάτω, εγώ το έτρεχα δεκαπέντε.
Πώς ήταν η συμβίωση με τους αστέρες των Σέλτικς; Είχαν τουπέ; Ηταν σνομπ; Φαντάζομαι ότι τότε δεν θα ήξεραν καν πού πέφτει η Ελλάδα.
Oντως, δεν ήξεραν! Αλλά ήταν εντάξει απέναντί μου και απέναντι σε όλους τους νέους του καμπ. Μιλούσαν μαζί μου πολύ, με συμβούλευαν, με παρότρυναν να συνεχίσω την εξάσκηση, έβλεπαν κάτι σε μένα και ήθελαν να μπω στην ομάδα, προσπαθούσαν πολύ για να συμβεί αυτό. Τελικά η Βοστόνη μου πρότεινε να συνεχίσω σε κάποια ομάδα του CBA ώστε να με παρακολουθούν οι σκάουτερ των Σέλτικς, ωστόσο εγώ δεν ήθελα να χάσω την ερασιτεχνική ιδιότητα και να μην μπορώ να παίξω στην Εθνική ομάδα, όπως προέβλεπε ο ισχύων νόμος της εποχής, και έτσι αποφάσισα να επιστρέψω. Εκεί τελείωσε για μένα το αμερικανικό όνειρο, όμως όλα όσα συνέβησαν στην πορεία με δικαίωσαν. Για το μόνο που μετάνιωσα είναι που το 1979 δεν πήγα στο Μίσιγκαν Στέιτ για να παίξω στο NCAA. Εκείνο το καλοκαίρι το συγκεκριμένο κολέγιο είχε μεν κατακτήσει τον πανεπιστημιακό τίτλο, όμως εκείνη ήταν η τελευταία χρονιά του Μάτζικ Τζόνσον, ο οποίος έφευγε για τους Λέικερς. Με ήθελαν για αντικαταστάτη του αλλά ο Ιωνικός με πίεζε να μείνω στην Ελλάδα και τελικά με έπεισε.
Πράξη 3η: Αρης
«Εγώ, ο Γκάλης και το σκοτωμένο εγώ»
Είναι αλήθεια ότι το ταξίδι του Αρη συνεπήρε πολύ κόσμο και ενδεχομένως συνέβαλε όσο και η Εθνική ομάδα στο να αγαπήσει ο κόσμος το μπάσκετ. Θα ήθελα να εστιάσουμε στις ανθρώπινες σχέσεις μέσα σε αυτή την ομάδα -άλλωστε τα αγωνιστικά είναι λίγο πολύ γνωστά σε όλους. Πώς ήταν αυτή η περιβόητη συμβίωσή σας με τον Νίκο Γκάλη;
Κοίταξε να δεις: Αγαπάω πάρα πολύ αυτό που κάνω και ήθελα πάρα πολύ να κερδίζουμε. Είναι αλήθεια ότι σκότωσα το εγώ μου, έτσι θεωρώ εγώ τουλάχιστον. Είναι μεγάλη υπόθεση να σκοτώνεις το εγώ σου και πολύ δύσκολο συνάμα, αλλά σε βοηθάει ως άνθρωπο. Είναι σπουδαίο. Και κάθε μέρα στη ζωή μου το πολεμάω το εγώ μου. Πιστεύω ότι στην αρχή οι περισσότερες ομάδες και οι περισσότεροι αντίπαλοι νόμιζαν ότι δεν θα μπορούσαμε να έχουμε καλή συνεργασία με τον Νικ. Oμως υπήρξε αλληλοσεβασμός, θέλαμε να κερδίζουμε και προσπαθούσαμε να βρούμε μεταξύ μας κάποια πράγματα που θα βοηθούσαν περισσότερο την ομάδα.
Είχατε ποτέ κόντρα μεταξύ σας; Και δεν εννοώ προσωπική αλλά αγωνιστική. Υπήρξαν στιγμές που νιώσατε ότι όταν σκοτώνατε τον μπασκετικό εαυτό σας, το αθλητικό Εγώ σας, το κάνατε για να είναι ο Νίκος Γκάλης το πρώτο όνομα;
Δεν είναι θέμα αν το νιώθεις, γιατί σίγουρα το ένιωσα. Πιστεύω ότι αυτή η αντίληψη περνάει πάντα από το μυαλό όλων των αθλητών. Και είναι λογικό, γιατί γύρω σου υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι οι οποίοι για κάποιο λόγο βλέπουν έτσι τα πράγματα. Υπάρχει λοιπόν η πιθανότητα να παρασυρθείς και να βάλεις κι εσύ περισσότερο το εγώ σου μέσα σε αυτή τη σχέση.
Εσείς δεν το βάλατε.
Περνούσε όμως από το μυαλό μου και φυσικά υπήρχαν περίοδοι που στεναχωριόμουν πολύ.
Για ποιο λόγο; Τι σας ενοχλούσε;
Πολλές φορές οι άνθρωποι νομίζουν ότι δίνουν περισσότερα απ' όσα παίρνουν. Και όταν πιστεύουν κάτι τέτοιο, έρχονται στιγμές που ενοχλούνται γι' αυτό. Το ίδιο ισχύει και σε μια σχέση. Συνήθως όταν δίνεις κάτι περιμένεις να υπάρχει ανταπόκριση.
Αρα να υποθέσω ότι περιμένατε περισσότερη αναγνώριση από τον Νίκο Γκάλη ή μήπως από τον κόσμο;
Oχι, από τον κόσμο. Από τον τρόπο του παιχνιδιού, από το παιχνίδι το ίδιο περίμενα πολλές φορές τη δικαίωση, την αναγνώριση. Υπήρχαν πολλές στιγμές που ένιωθα ότι σκοτώνω τον εαυτό μου για την ομάδα. Ναι, το έχω κάνει και αυτό. Πάντοτε προσπαθούσα να κάνω ό,τι μπορώ για να κερδίσει η ομάδα. Ποτέ δεν είπα, για παράδειγμα, «ας αφήσω αυτόν τον παίκτη να βάλει καλάθι χωρίς να δώσω βοήθεια επειδή δεν είναι δικός μου, για να μην το φάω από τον παίκτη που μαρκάρω εγώ». Γιατί υπήρχαν και υπάρχουν παίκτες που δεν πηγαίνουν να δώσουν βοήθεια στον συμπαίκτη τους, σκεπτόμενοι κατ' αυτόν τον τρόπο.
Εξω από το γήπεδο ήσασταν φίλοι;
Oταν πήγα στη Θεσσαλονίκη αρχίσαμε να κάνουμε παρέα. Διαπιστώσαμε όμως ότι είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι και χαρακτήρες και ότι δεν θα μπορούσαμε να γίνουμε κολλητοί. Είχαμε διαφορετικό τρόπο σκέψης, αλλά αυτό νομίζω ότι είναι φυσιολογικό. Ωστόσο υπήρχε αλληλοσεβασμός. Το πιο σημαντικό για μένα ήταν αυτό που έβγαινε στο γήπεδο. Στους 180 σφυγμούς ο άνθρωπος δείχνει το 90% του χαρακτήρα του. Μπροστά στον στόχο που είχαμε να πετύχουμε -και αυτή η παρέα κέρδισε αρκετά πράγματα- ο Γιαννάκης άφησε τον εαυτό του μακριά από τους εγωισμούς.
Γι' αυτό άλλωστε η φράση «η back door από τον Γιαννάκη στον Γκάλη» είχε και βαθύτερη έννοια.
Δεν ήταν απλώς μια πάσα αλλά μια ολόκληρη άποψη για το άθλημα.
Ναι, έχεις δίκιο, έτσι ακριβώς ήταν. O Γιαννάκης πάντοτε έψαχνε τον Γκάλη μέσα στο γήπεδο. Ακόμη και όταν έπαιρνε το αμυντικό ριμπάουντ και είχε την πλάτη του γυρισμένη στο αντίπαλο καλάθι, ήξερα πού θα τον βρει. Αυτός ήμουν πάντοτε στην καριέρα μου. Δεν λέω, και εγώ έκανα αρκετές φορές πράγματα περιττά. Αλλά τα έκανα επειδή ήθελα να νικήσει η ομάδα και μόνο γι' αυτό.
Πράξη 4η: Εθνική ομάδα
Η εκτόξευση του ελληνικού μπάσκετ
Θα την περιγράψω με επικεφαλίδες. Oλα ξεκίνησαν το 1986, όταν δώσαμε το οριακό ματς στη Γαλλία για το ποιος θα προκριθεί στο παγκόσμιο πρωτάθλημα της Ισπανίας. Επειτα από τρεις παρατάσεις και έναν συγκλονιστικό αγώνα, λυγίσαμε τους Γάλλους του Ιφναγκέλ, του Ντιμπουισόν που μας έβαλε 51 πόντους, και του Ντακουρί. Ηταν η πρώτη απόδειξη ότι αυτά τα παιδιά μπορούσαν να κοιτάξουν στα μάτια τους μεγάλους ευρωπαϊκούς αντιπάλους. Ηταν η πρώτη φορά στην ιστορία μας που κερδίσαμε τη συμμετοχή μας σε τελική φάση παγκοσμίου πρωταθλήματος και η δέκατη θέση ήταν σημαντικό επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς τις απουσίες που είχαμε στους ψηλούς. O Κοκολάκης είχε αποσυρθεί και ο Φασούλας δοκίμαζε την τύχη του στο ΝΒΑ, οπότε καταλαβαίνεις ότι κοντά στο καλάθι είχαμε πρόβλημα. Στην επιστροφή από εκείνη τη διοργάνωση όμως όλοι χαμογελούσαμε πονηρά. Βλέπαμε ότι κάτι καλό θα έρθει στο μέλλον.
Και το καλό ήρθε. Για την ακρίβεια ήρθε το καλύτερο δυνατό. Η Εθνική ομάδα πρωταθλήτρια Ευρώπης, μόλις έναν χρόνο αργότερα. Το ξεκίνημα ήταν δύσκολο, οι προσδοκίες όχι υψηλές, το ΣΕΦ μάζευε λίγο κόσμο στους πρώτους αγώνες της Ελλάδας. O αρχικός στόχος ήταν η οκτάδα και η Εθνική κατάφερε να τερματίσει τέταρτη στον όμιλό της, χάνοντας στα μεγάλα ματς από τη Σοβιετική Ενωση και την Ισπανία αλλά νικώντας την πανίσχυρη Γιουγκοσλαβία. Και τότε, στο πιο κομβικό σημείο της διοργάνωσης, στον αγώνα για την πρόκριση στους «8» του Ευρωμπάσκετ, στον δρόμο μας βρέθηκαν και πάλι οι Γάλλοι, έτοιμοι να εκδικηθούν για τον αποκλεισμό τους από το Παγκόσμιο της Ισπανίας.
«O στόχος από την αρχή της διοργάνωσης ήταν η είσοδος στην οκτάδα. Και μπορώ να πω ότι είχαμε μεγάλο άγχος γι' αυτό. Κανείς από εμάς δεν φανταζόταν όλα αυτά που ακολούθησαν. Ελπίζαμε απλά να μπούμε στους «8» για πρώτη φορά στην ιστορία μας. Και το καταφέραμε. Το ματς με τη Γαλλία μας έδωσε φτερά, ο κόσμος άρχισε να πιστεύει ότι κάτι καλό πάει να γίνει και άρχισε να γεμίζει το γήπεδο. Η νίκη με την Ιταλία στα προημιτελικά ήταν ασύλληπτο γεγονός για τα τότε δεδομένα του ελληνικού και του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Η πρόκριση στον ημιτελικό δεν μας επέτρεπε να κοιμόμαστε περισσότερες από τρεις, τέσσερις ώρες τη μέρα. Αν και -για να πω την αλήθεια- η αϋπνία άρχισε από το βράδυ της νίκης επί της Γαλλίας».
Και φτάνουμε στον ημιτελικό με τη Γιουγκοσλαβία. Ελάχιστοι ήταν εκείνοι που πίστευαν ότι θα τους νικήσετε για δεύτερη φορά.
Ακόμα και μέσα στην ομάδα υπήρχαν παιδιά που δεν το πίστευαν. Υπήρξε συμπαίκτης μου που με πλησίασε και μου είπε: «Θα μας σκοτώσουν σε αυτό το ματς. Είναι διψασμένοι να αποδείξουν ότι στο πρώτο ματς έχασαν λόγω της έδρας και της διαιτησίας. Εχουν λυσσάξει και τώρα είναι ημιτελικός, δεν θα το πάρουν στον χαβαλέ, θα μας δείρουν». Και όντως, στην αρχή δεν το πήραν καθόλου στην πλάκα. Το ματς δεν πήγαινε καλά για εμάς, οι Γιούγκοι ξέφυγαν με περισσότερους από δέκα πόντους, όμως εκεί έκαναν το λάθος. Αρχισαν να παίζουν υπεροπτικά, να κάνουν χαβαλέ και να πετάνε πάσες πίσω από την πλάτη, παίζοντας με τον εγωισμό μας. Ηταν ολίσθημα. Μας ξύπνησαν, μας πώρωσαν χωρίς να το θέλουν και τελικά το πλήρωσαν. Τους νικήσαμε ξανά και πήγαμε στον τελικό. Η ιστορία είναι γνωστή από εκεί και πέρα. Το πάθος, οι φωνές του κόσμου που ήταν στο παρκέ και έπαιζε μαζί μας, η ψυχή του Ελληνα, οι βολές του Καμπούρη. Ηταν αδύνατο να χάσουμε εκείνο το βράδυ, απλά ήταν αδύνατο. Θυμάμαι τη συνάντηση με την αείμνηστη Μελίνα Μερκούρη μετά τον τελικό: «Δεν φαίνεται να χαίρεσαι», μου είπε και εγώ της απάντησα ως εξής: «Χαίρομαι, αλλά αυτή τη στιγμή όλο το ελληνικό μπάσκετ περνάει μπροστά μου σαν ένα φιλμ και προσπαθώ να απομονώσω τις στιγμές από τότε που ήμουν παιδάκι και έκανα όνειρα ως αυτή τη στιγμή που είμαι πρωταθλητής Ευρώπης».
Το στοίχημα το κερδίσατε και απέμενε να αποδείξετε ότι δεν ήταν μια φωτοβολίδα. Και το πετύχατε και αυτό.
Το αργυρό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ της Γιουγκοσλαβίας δύο χρόνια αργότερα ήταν η απάντηση σε όσους μιλούσαν με απαξίωση γι' αυτή την ομάδα. Πήγαμε εκεί και υπό πολύ πιο δύσκολες συνθήκες βγήκαμε δεύτεροι. Αλλά και στην πορεία αυτή η ομάδα απέδειξε ότι δεν έφτασε τυχαία στην ελίτ του ευρωπαϊκού και ακολούθως του παγκόσμιου μπάσκετ. Και ας είχε κάκιστη αντιμετώπιση από ορισμένους κακεντρεχείς: Το 1996 κάποιοι έλεγαν να κατέβουμε από το αεροπλάνο και να γυρίσουμε πίσω επειδή δύο παιδιά κάπνισαν κατά τη διάρκεια της πτήσης προς την Ατλάντα. Ντροπή τους – και το λέω εγώ αυτό, ένας φανατικός μη καπνιστής, που είμαι κατά του τσιγάρου και το πρεσβεύω αυτό ως στάση ζωής. Η απάντησή μας δόθηκε στο γήπεδο. Κατακτήσαμε την πέμπτη θέση στον αγώνα με τη Βραζιλία και εγώ τότε ολοκλήρωσα τη θητεία μου στην ομάδα που αγάπησα και παθιάστηκα μαζί της περισσότερο από κάθε άλλη. Στα αποδυτήρια οι στιγμές ήταν εκπληκτικές, δεν θα τις ξεχάσω ποτέ. Oι συμπαίκτες μου με έκαναν να νιώσω ότι όλα αυτά για τα οποία παλέψαμε μαζί άξιζαν πραγματικά τον κόπο και τις θυσίες. Δεν περιγράφονται με λόγια οι στιγμές μιας αποχώρησης. Αλλού θέλω να καταλήξω: Αυτή η παρέα δίδαξε περισσότερο ανθρώπινες σχέσεις, και ότι με αυτές αλλά και με σκληρή δουλειά μπορείς να ξεπεράσεις τους εγωισμούς σου και να φτάσεις σε ένα συγκλονιστικό αποτέλεσμα ασχέτως από τις συνθήκες με τις οποίες καλείσαι να δουλέψεις. Αυτό είναι πάντοτε ο οδηγός μου.
Και η συνέχεια γράφεται στους πάγκους. Με αφετηρία εκείνον της Εθνικής ομάδας. Χωρίς Γκάλη, που είχε αποχωρήσει αρκετά νωρίτερα, αλλά πλέον και χωρίς Φασούλα και Χριστοδούλου. Το βάρος της νέας γενιάς, βαρύ αλλά όχι ασήκωτο. Με τον Παναγιώτη Γιαννάκη να κρατά την μπαγκέτα, η Εθνική ομάδα κατετάγη 4η στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα της Ισπανίας το 1997 και στο Παγκόσμιο της Αθήνας έναν χρόνο αργότερα. Και όμως, κάποιοι κρίνουν αποτυχημένη την πορεία του συγκροτήματος, λες και τα μετάλλια είχαν γίνει κατεστημένο για τη μικρή Ελλάδα. Η απάντηση του Παναγιώτη Γιαννάκη;
«O εχθρός του καλού είναι το καλύτερο και ο εχθρός του καλύτερου το άριστο. Απλώς κάποιοι άνθρωποι δεν μπορούν να καταλάβουν ότι στον αθλητισμό δεν υπάρχει επετηρίδα».
Πράξη 5η: Πανιώνιος και Παναθηναϊκός
Η επιστροφή στην Αθήνα
Για μένα το μεγάλο κίνητρο να πάω στον Πανιώνιο ήταν ο Φάνης Χριστοδούλου. Πάντοτε τον παρακινούσα να προσπαθεί περισσότερο και να δουλεύει για να φτάσει ψηλότερα. Κατά την προσωπική μου άποψη, ήταν το μεγαλύτερο ταλέντο που ανέδειξε το ελληνικό μπάσκετ και μου άρεσε να παίζω μαζί του. Ωστόσο, αν και η χρονιά ήταν ενδιαφέρουσα, αν και παίξαμε θεαματικό μπάσκετ, δυστυχώς δεν καταφέραμε κάτι χειροπιαστό, δεν κερδίσαμε κάτι που να θυμίζει στον κόσμο εκείνη τη χρονιά του Πανιωνίου.
Ηταν απλά ένα μεταβατικό στάδιο για να επιστρέψετε στους τίτλους. Ακολούθησε ο Παναθηναϊκός, με τον οποίο κατακτήσατε αυτό που έλειπε από το παλμαρέ σας, το Πρωτάθλημα Ευρώπης.
Ηταν ένας πολύ σημαντικός σταθμός στην καριέρα μου, όμως την πρώτη χρονιά είχαμε ατυχίες. Εγινε το επεισόδιο με τον Νικ και τον Κώστα Πολίτη στους Αμπελόκηπους, ο Γκάλης σταμάτησε, ο κόουτς έφυγε και ήρθε ο Κιουμουρτζόγλου.
Ηταν το πρώτο ματς στην καριέρα του Γκάλη που δεν ξεκίνησε πεντάδα;
Ναι, νομίζω ότι έτσι είναι. O Πολίτης αποφάσισε να ξεκινήσει το ματς με Σοκ και Παταβούκα στα γκαρντ. O Νικ στεναχωρήθηκε πολύ, δεν μπόρεσε να το χωνέψει, αρνήθηκε να μπει στο παρκέ όταν του ζητήθηκε και η καριέρα του σταμάτησε μάλλον άδοξα. Δεν ξέρω τι άλλο μπορεί να είχε μεσολαβήσει, άλλωστε καμιά φορά όσα ξέρει ο νοικοκύρης δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος.
Και έτσι, ύστερα από μία ακόμη χαμένη χρονιά για τον Παναθηναϊκό, ο οποίος έχασε το πρωτάθλημα στο ΣΕΦ με το άστοχο τρίποντο του Oικονόμου στην εκπνοή, ήρθε το σωτήριο έτος 1996 και η κατάκτηση του Ευρωπαϊκού.
Η χρονιά έκλεισε με κάκιστο τρόπο, με τη βαριά ήττα στο ΣΕΦ από τον Oλυμπιακό στον τελευταίο τελικό του πρωταθλήματος, ωστόσο η κατάκτηση του ευρωπαϊκού έφτανε για να μου γεμίσει την ψυχή. Ηταν το πρώτο Κύπελλο Πρωταθλητριών που κατέκτησε ελληνική ομάδα και το επιστέγασμα της καριέρας μου. Αυτό όμως που θέλω να τονίσω και ελάχιστοι θυμούνται είναι ότι εκείνο το Πρωτάθλημα Ευρώπης το κατακτήσαμε με πρωταγωνιστές έλληνες παίκτες. O Αλβέρτης, ο Oικονόμου, ο Σταυρακόπουλος, ο Μυριούνης, ο Κόρφας, ήταν όλοι υπέροχοι τη χρονιά εκείνη. Ειδικά στον τελικό, ο Ντομινίκ έβαλε μόνο 15 πόντους και ο Βράνκοβιτς έμεινε άποντος, αλλά βέβαια έκανε το καθοριστικό κόψιμο στον Μοντέρο. Εστω κι αν το καλάθι εκείνο μέτραγε.
Πράξη 6η / Επίλογος: Μαρούσι
Το μεγάλο στοίχημα του «δράκου»
Δεν θέλω να πω μεγάλα λόγια ούτε να δώσω φρούδες υποσχέσεις γι' αυτή την προσπάθεια. Είναι ένας σύλλογος με υγιείς βάσεις, με πρόεδρο τον κ. Βωβό, έναν άνθρωπο που ενδιαφέρεται για την ομάδα. Χτίζουμε ένα σύνολο με αρχές, θέληση και πάθος. Ενδιαφερόμαστε για παίκτες που έχουν μπροστά τους περιθώρια βελτίωσης και σιγά σιγά θα φτιάξουμε αυτό που θέλουμε. Υπάρχει σχέδιο, αυτή η ομάδα δεν είναι μόνο για φέτος. Εχουμε όραμα και θέλουμε να αποκτήσουμε κι άλλους φιλάθλους, να φέρουμε τον κόσμο στο γήπεδο να απολαύσει το μπάσκετ μαζί μας.
Είναι εφικτός στόχος η κατάκτηση του τίτλου; Υπάρχει στο πίσω μέρος του μυαλού σας;
Για να γίνει αυτό πρέπει πρώτα να μάθουμε να ξεπερνάμε τον εαυτό μας και να αντιδρούμε σωστά. Ακόμα δεν έχουμε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο. Αλλά εκεί στοχεύουμε και θα το παλέψουμε με όλες μας τις δυνάμεις.
Κλείνοντας, θα ήθελα να μου αναφέρετε την καλύτερη ευρωπαϊκή πεντάδα από όλους τους παίκτες που έχετε δει στην καριέρα σας και να μου υποδείξετε τον αντίπαλο που σας δημιουργούσε άγχος.
Δίχως αμφιβολία, ο Ντράζεν Πέτροβιτς μού δημιουργούσε πολύ άγχος κάθε φορά που ετοιμαζόμουν να τον αντιμετωπίσω. Ηταν πολύ απρόβλεπτος παίκτης, απίστευτο ταλέντο. Oσον αφορά την πεντάδα, νομίζω ότι ο Ντράζεν, ο Γκάλης, ο Φάνης, ο Σαμπόνης και ο Φασούλας θα ήταν ανίκητοι. Και επειδή τώρα θα με ρωτήσεις για μένα, σου απαντώ εκ των προτέρων ότι εγώ ίσως να μη χωρούσα καν στη δεκάδα.
|